Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2015

Η μάχη των καστανάδων τη δεκαετία του ’50






















Τζίροι δεκάδων χιλιάδων δραχμών και καταγγελίες για μαφιόζικες πρακτικές και πολιτικές παρεμβάσεις

Στην Αθήνα του 1950, ο καστανάς ήταν ένας από τους πιο καλοπληρωμένους πλανόδιους πωλητές.
Οι περισσότεροι που έστηναν προπολεμικά τις φουφούδες στους δρόμους ήταν κυρίως από τα Τρίκαλα, την Καρδίτσα και τα Φάρσαλα.
Το επάγγελμα όμως τραβούσε όλο και περισσότερο κόσμο εκτός Θεσσαλίας και έτσι τότε άρχισε ένας ιδιότυπος πόλεμος μεταξύ παλιών και νέων καστανάδων.

Η αστυνομία χορηγούσε διαρκώς νέες άδειες πλανόδιου πωλητή, γεγονός που εκνεύριζε τους παραδοσιακούς πωλητές που θεωρούσαν ότι απειλούνταν τα έσοδά τους από τη νέα γενιά.
Τότε η έκδοση ή η ανανέωση μιας άδειας μικροπωλητή κόστιζε περίπου τριακόσιες χιλιάδες δραχμές, ποσό εξαιρετικά μεγάλο για την εποχή που απαιτούσε πολλές πωλήσεις για να καλυφθεί.

Έτσι άρχισε η μάχη για τα προνομιακά πόστα και κυρίως αυτά που βρίσκονταν σε κεντρικούς δρόμους όπως η Πανεπιστημίου, η Πατησίων, η Βασιλίσσης Αμαλίας, το Ζάππειο, η οδός Τσόρτσιλ, η γωνία Ερμού και Βουλής και πολλές κεντρικές στάσεις λεωφορείων ή αυτοκινήτων, που ήταν εξαιρετικά κερδοφόρα σημεία.

Οι παλιοί καστανάδες μιλούσαν για υπερκορεσμό του επαγγέλματος και τακτικές μαφίας από τους νέους συναδέλφους τους.
Έλεγαν ότι είχαν αποκτήσει τις άδειες με πλάγιο τρόπο και ότι ζητούσαν χρήματα για να μη στήνουν φουφούδες δίπλα στους παλιούς.

Γιατί όμως είχε τόση ζήτηση το επάγγελμα του καστανά; Σε ένα καλό στέκι ο μικροπωλητής πωλούσε επί ενάμιση μήνα καθημερινά από 5 – 8 οκάδες, ενώ όσοι δούλευαν σε άλλες πιάτσες από 3 – 5 οκάδες.

Η κάθε οκά αντιστοιχούσε περίπου σε 80 κάστανα, κρητικής ή βολιώτικης παραγωγής.
Για το ψήσιμο απαιτούνταν 3 – 4 οκάδες άγρια κάρβουνα τα οποία πωλούνταν τότε προς δύο χιλιάδες δραχμές την οκά, δηλαδή χρειαζόταν από έξι ως οκτώ χιλιάδες δραχμές καθημερινά.
Τις πέντε οκάδες κάστανα τις αγόραζε προς τέσσερις χιλιάδες δραχμές τη μια, φτάνοντας έτσι τα ημερήσια έξοδα στις 26 – 28 χιλιάδες δραχμές.

Οι καστανάδες έψηναν και έβαζαν σε σακουλάκια κατά μέσο όρο 5 ψητά κάστανα προς χίλιες δραχμές, δηλαδή από μια οκά έβγαζε 16 χιλιάδες δραχμές και αν έπιανε το μέσο όρο των 5 οκάδων, τότε έκανε τζίρο 80 χιλιάδες δραχμές την ημέρα.
Δηλαδή το καθαρό κέρδος του καστανά έφτανε μετά από την αφαίρεση των εξόδων, σχεδόν τις 52 ως 54 χιλιάδες δραχμές.

Το ποσό αυτό άλλοτε πήγαινε προς τα πάνω και άλλοτε προς τα κάτω ανάλογα το πόστο και την ποιότητα των καρπών που πωλούνταν.
Στις φτωχογειτονιές της Αθήνας πάντως, τα κέρδη για τους καστανάδες ήταν πολύ μικρότερα και ειδικά για αυτούς που γυρνούσαν με ένα ζεμπίλι στον ώμο για να πουλήσουν ζεστά βραστά ή ψητά κάστανα.

Για πολλά χρόνια το στέκι που μαζεύονταν οι καστανάδες ήταν το καφενείο του Πούλιου στο Μοναστηράκι.
Εκεί μιλούσαν για τα προβλήματά τους και για πολλά που έβλεπαν καθημερινά στους δρόμους. Το επάγγελμά τους μέχρι και τη δεκαετία του ΄80 αριθμούσε 120 μέλη. Το πρώτο σωματείο το είχαν ιδρύσει το 1922 υπό την ονομασία «Σωματείον Στασίμων Πωλητών Καστάνων, Αραβοσίτων και Ξηρών Καρπών, η Ένωσις Θεσσαλών».

Το εποχικό επάγγελμα πέρασε πολλά. Επί χούντας βγήκε διαταγή οι φουφούδες να έχουν σχήμα στρογγυλό και όταν έφυγαν οι πραξικοπηματίες οι προδιαγραφές έλεγαν ότι έπρεπε να είναι τετράγωνες, τύπου ψηστιέρας.
Όσο για το τσουβαλάκι που κουβαλούσαν αντικαταστάθηκε με μπαούλο που χρησίμευε πλέον γα κάθισμα και χώρο αποθήκευσης.

Λίγα χρόνια νωρίτερα σχεδόν τους ξήλωναν από τις πιάτσες τους γιατί εμπόδιζαν την κίνηση οχημάτων και πεζών.
Τη δεκαετία του ’80 οι άδειες από το δήμο Αθηναίων δίνονταν με πλειστηριασμό ή κληρώσεις, ενώ ήδη πολλοί είχαν πάρει τα απαραίτητα χαρτιά από βουλευτικά και υπουργικά γραφεία της εποχής.

Με το πέρασμα των δεκαετιών ο παλιός καστανάς με τα τσαρούχια και αργότερα με τη παραδοσιακή θεσσαλική κάπα, «εκσυγχρονίστηκε» μέχρι που τελικά σχεδόν εξαφανίστηκε ως γραφική φιγούρα από τους δρόμους της Αθήνας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.