Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2015

H τέχνη του πλαστού



















Μετά την πρόσφατη σύλληψη δύο ανδρών για την πώληση πλαστών πινάκων ελλήνων ζωγράφων, τα ερωτήματα για την ύπαρξη οργανωμένων κυκλωμάτων στη χώρα μας έρχονται ξανά στο προσκήνιο

Ο ένας 62 ετών, δημοσιογράφος, και ο άλλος 87, γνωστός διακοσμητής, με τις φήμες να τον θέλουν να έχει διατελέσει ακόμη και προσωπικός ντεκορατέρ του σάχη της Περσίας. Δύο άνθρωποι υπεράνω πάσης υποψίας - όπως ακριβώς δηλαδή είναι συνήθως οι άνθρωποι σε τέτοιες ιστορίες - στις 25 Φεβρουαρίου συνελήφθησαν και φέρονται να είναι μέλη εγκληματικής ομάδας που διέπραττε πλαστογραφίες πινάκων ζωγραφικής γνωστών ελλήνων δημιουργών.

Η μεθοδολογία τους ήταν εύστοχη. Ο 87χρονος, με διασυνδέσεις στην καλή κοινωνία, σύστηνε υποψήφιους αγοραστές στον 62χρονο δημοσιογράφο. Επειτα, ο δημοσιογράφος τούς παρουσίαζε πίνακες γνωστών ελλήνων ζωγράφων, πείθοντάς τους ότι προέρχονται είτε από τη συλλογή της οικογένειάς του είτε από αριστοκρατικές οικογένειες και συλλέκτες. Φυσικά, ο φίλος του, ο ντεκορατέρ, τους καθησύχαζε για τη γνησιότητα των πωληθέντων έργων.

Η επιχείρησή τους ήταν καλοστημένη και ενδεχομένως οι δύο φερόμενοι ως δράστες να συνέχιζαν ακάθεκτοι αν δεν έπεφταν πάνω σε έναν «ανήσυχο» συλλέκτη. Γιατί ο «ανήσυχος» αυτός συλλέκτης όταν διαπίστωσε ότι τα 13 έργα που αγόρασε έναντι 308.000 ευρώ ήταν πλαστά είχε το θάρρος να προσφύγει στις αστυνομικές Αρχές. Θάρρος που αρκετοί σε ανάλογες περιπτώσεις δεν επιδεικνύουν είτε για λόγους εγωισμού είτε για καθαρά οικονομικούς λόγους, αφού κατά πάσα πιθανότητα θα προσπαθήσουν να πουλήσουν σε κάποιον άλλον το πλαστό έργο τέχνης που έχουν στην κατοχή τους.

Και έτσι με αυτήν την υπόθεση το πρόβλημα των πλαστών έργων που διακινούνται στη χώρα μας ήρθε ξανά στην επιφάνεια με τις αστυνομικές Αρχές να αναζητούν τώρα και τους δημιουργούς των πλαστών πινάκων. Πέρα όμως από τη συγκεκριμένη υπόθεση, μπορούμε να μιλάμε για την ύπαρξη πολλών τέτοιων αντίστοιχων ομάδων; Και με ποιον τρόπο η μαφία της τέχνης κινεί τα νήματα του παράνομου εμπορίου;

Ζητώντας απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα επισκεφθήκαμε το γραφείο του Νίκου Σταθούλη, συμβούλου έργων τέχνης και βιογράφου του Αλεξάνδρου Ιόλα. Λίγα λεπτά αφότου ξεκίνησε η συζήτησή μας το κινητό του τηλέφωνο μας διέκοψε. «Μάλιστα, θέλετε να δω έναν Πόλοκ και έναν Πικάσο. Θεωρείτε ότι είναι κομμάτια από τη συλλογή Ιόλα. Ενδιαφέρον...» απάντησε στον συνομιλητή του στην άλλη γραμμή του τηλεφώνου, με μια διακριτική ειρωνεία να κρύβεται στον τόνο της φωνής του. Oταν το τηλεφώνημα ολοκληρώθηκε, ο Νίκος Σταθούλης δεν δίστασε να δηλώσει στο ΒΗΜΑgazino: «Κατά 99,9% πρόκειται και αυτή τη φορά για πλαστά έργα. Τουλάχιστον μία φορά τον μήνα δέχομαι ένα αντίστοιχο τηλεφώνημα. Μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου Ιόλα και το αισχρό πλιάτσικο που ακολούθησε στη βίλα του στην Αγία Παρασκευή οι επιτήδειοι πολύ συχνά ισχυρίζονται ότι τα πλαστά έργα που προωθούν προέρχονται από την περίφημη συλλογή του. Είναι, βλέπετε, η εύκολη λύση για να πείσουν τον αγοραστή αλλά και να ανεβάσουν την τιμή. Από μένα ζητούν να δώσω γνωμάτευση ότι πράγματι τα έργα υπήρξαν κομμάτι της συλλογής. "Eίναι μαϊμούδες" τους λέω. Και δεν φαντάζεστε τι μου τάζουν για να δώσω μια θετική γνώμη. Ευτυχώς δεν έχω δεχθεί απειλές για τη ζωή μου. "Παιδιά", τους λέω, "να σταματήσουμε εδώ γιατί μετά υπάρχει και η Αστυνομία"».

Μπορεί όμως ακόμη και ένας έμπειρος εκτιμητής να πέσει θύμα των πλαστογράφων; «Φυσικά» απαντά ο Νίκος Σταθούλης. «Τρομάζω με την ποσότητα και την ποιότητα των πλαστών έργων που κυκλοφορούν. Πλέον μπορώ να αναγνωρίζω και τις σχολές των πλαστογράφων. Υπάρχει, για παράδειγμα, ένας που συγκεκριμένα αντιγράφει Αλέξη Ακριθάκη, άλλος ειδικεύεται στη γενιά του '30, άλλος στη σύγχρονη τέχνη. Εργαστήρια έχουν στηθεί στο Γκάζι και στο Κολωνάκι. Εχω ακούσει για την ύπαρξη μιας ομάδας Σέρβων αλλά και μιας ομάδας εξαιρετικών ρώσων συντηρητών, οι οποίοι μπορούν να φτιάξουν καταπληκτικά έργα μέσα σε δύο ημέρες. Τα ψήνουν σε φούρνους για να σπάσουν τα χρώματα, μπορούν να τα περάσουν με ιώδιο, τα καίνε, χρησιμοποιούν διάφορες τεχνικές για να δείξουν την παλαιότητα. Δυστυχώς οι επιτήδειοι κάνουν πάρτι. Αν δεν αγοράσεις κάποιο έργο από γκαλερί ή από τον ίδιο τον καλλιτέχνη, κατά 70% ο μεσάζων είναι κίβδηλος». Ωστόσο, σύμφωνα με ανθρώπους της τέχνης, ένα μέρος της αγοραπωλησίας πλαστών έργων γίνεται εν γνώσει και των δύο πλευρών, καθώς αξιοποιείται για το ξέπλυμα χρήματος.

Η αλήθεια είναι ότι η διακίνηση των πλαστών έργων γίνεται κατά κύριο λόγο από στόμα σε στόμα. Οπως και στην πρόσφατη ιστορία της σύλληψης των δύο ανδρών, κάποιος υπεράνω υποψίας κύριος που ασχολείται με την τέχνη θα συμβουλεύσει κάποιον πλούσιο φίλο του να εκμεταλλευτεί μια σπάνια ευκαιρία. Τι ευκαιρία; Εδώ οι πλαστογράφοι δημιουργούν ένα ολόκληρο σενάριο. Μια συνηθισμένη ιστορία που εμφανίζεται με διάφορες παραλλαγές περιλαμβάνει παραδείγματος χάρη κάποιον μονόχνοτο συλλέκτη χωρίς απογόνους που έχει αφήσει στα ανίψια του ως κληρονομιά μεγάλης αξίας έργα, τα οποία οι ίδιοι δεν ξέρουν να αποτιμήσουν και πουλούν κοψοχρονιά.
Ο Νίκος Σταθούλης έζησε μια αντίστοιχη εμπειρία πριν από περίπου ενάμιση χρόνο. «Μια φίλη δικηγόρος με κάλεσε στο τηλέφωνο και μου ζήτησε τη γνώμη μου για κάποια έργα τέχνης που βρέθηκαν σε ένα διαμέρισμα στο Κολωνάκι μετά το άνοιγμα μιας διαθήκης» αναφέρει. «Πράγματι πήγα και τι είδα; Πίνακες του Βολανάκη, του Γύζη, του Χατζηκυριάκου-Γκίκα να κρέμονται στους τοίχους. "Ή βρίσκομαι μπροστά σε μια σπάνια ανακάλυψη ή όλο αυτό είναι στημένο ειδικά για εμένα" σκέφτηκα. Επειδή ήταν βράδυ, ζήτησα να επιστρέψω ξανά με φωτογραφική μηχανή το επόμενο πρωί ώστε να αποτυπώσω τα έργα και να εξετάσω τη γνησιότητά τους. Οταν άκουσαν την πρότασή μου, κανείς δεν ήρθε ξανά σε επαφή μαζί μου».

Οι αντιγραφείς σε κάθε περίπτωση φαίνεται να κάνουν τις επιλογές τους επάνω στους ζωγράφους που αντιγράφουν. Ο Θεόφιλος, ο Νικόλαος Γύζης, ο Κωνσταντίνος Βολανάκης, ο Κωνσταντίνος Παρθένης, μεταξύ άλλων, προτιμούνται συχνά, ενώ από τους πιο σύγχρονους καλλιτέχνες στην αγορά φαίνεται να κυκλοφορούν αντιγραφές του Σπύρου Βασιλείου, του Γιάννη Τσαρούχη, του Δημήτρη Μυταρά, του Αλέξη Ακριθάκη και άλλων.

«Κακά τα ψέματα, αρκετοί καλλιτέχνες είναι εύκολα αντιγράψιμοι. Ενα παλιό φτυάρι να κρεμάσεις στον τοίχο και μπορείς κάλλιστα να ισχυριστείς ότι πρόκειται για έργο του Γιόζεφ Μπόις» δηλώνει ο Νίκος Σταθούλης. «Υπήρξε κυρία στο Ψυχικό που μάζευε διάφορους φιλότεχνους και δεν μπορείτε να φανταστείτε τι τους πωλούσε. Μέχρι και κυρία πρώην πρωθυπουργού είχε τύχει να δω σε ένα από τα κοκτέιλ που διοργάνωσε και στο οποίο έτυχε να είμαι παρών. Υπάρχει μια μόνη λύση για να σταματήσει το πάρτι που έχει στηθεί από τον κάθε επιτήδειο. Να δημιουργηθεί από το κράτος εδώ και τώρα, χθες θα έλεγα, ένας ελεγκτικός οργανισμός, ένας κρατικός φορέας πιστοποίησης έργων τέχνης, ο οποίος θα επανδρωθεί με ικανά στελέχη που γνωρίζουν τα θέματα, αλλά και με σύγχρονα μηχανήματα τα αποτελέσματα των οποίων δεν θα μπορεί να αμφισβητήσει κανείς».
Θα μπορούσαν μήπως οι ειδικοί της Εθνικής Πινακοθήκης να δώσουν τη λύση στο θέμα; Η Φοίβη Κουβελά, δικηγόρος εξειδικευμένη στο Δίκαιο της Τέχνης και δημιουργός του γραφείου Attorney-at-Art Legal Services for the Art World στην Αθήνα, εξηγεί: «Απαγορεύεται από τον νόμο στους ιστορικούς τέχνης που εργάζονται στην Εθνική Πινακοθήκη να γνωματεύσουν για έργα που δεν ανήκουν στη συλλογή της, παρά μόνο εάν τους ζητηθεί από την προϊσταμένη τους αρχή ή από άλλη δημόσια αρχή».

Ετσι και για την κυρία Κουβελά μια λύση θα ήταν η δημιουργία ενός δημοσίου φορέα που να έχει την αρμοδιότητα αλλά και το κύρος έγκυρης πιστοποίησης. Oπως όμως η ίδια επισημαίνει, «κάτι τέτοιο θα απαιτούσε στελέχωση από επιστήμονες και ιστορικούς τέχνης εγνωσμένου κύρους καθώς επίσης και τον κατάλληλο και ενημερωμένο εξοπλισμό. Μια τέτοια λύση, φυσικά, θα είναι και πολύ ακριβή. Iσως μια πιο ρεαλιστική πρόταση είναι η δημιουργία ενός σώματος ορκωτών εκτιμητών διορισμένων από το αρμόδιο υπουργείο και με επιτήρηση εισαγγελέα, όπως γίνεται στη Γαλλία». Σύμφωνα με πηγές του υπουργείου Πολιτισμού, η δημιουργία ενός δημόσιου φορέα πιστοποίησης είναι υπό σκέψη.
Στο Mουσείο «Atelier Σπύρου Βασιλείου» στην Ακρόπολη συναντάμε τη Λούση Ελλιοτ-Καμπάνη, διευθύντρια του μουσείου και εγγονή του μεγάλου ζωγράφου. «Ο μόνος που μπορεί να πιστοποιήσει 100% ότι ένα έργο είναι δικό του είναι ο ίδιος ο καλλιτέχνης. Από εκεί και πέρα, τα ποσοστά ακρίβειας μειώνονται» αναφέρει στο ΒΗΜΑgazino. «Εμείς ως οικογένεια, επειδή γνωρίζουμε πολλές λεπτομέρειες για τη ζωή του Βασιλείου, για τα υλικά και τα τελάρα που χρησιμοποιούσε, ελέγχουμε το πλούσιο φωτογραφικό αρχείο που ο ίδιος είχε κρατήσει, και μόνο ύστερα από έρευνα μπορούμε να δώσουμε πιστοποιητικά γνησιότητας σε πίνακες που έρχονται στα χέρια μας. Παρ' όλα αυτά κυκλοφορούν πολλοί πλαστογραφημένοι πίνακες του Βασιλείου. Αυτό που έχουμε ξεκινήσει να κάνουμε είναι η δημιουργία ενός catalogue raisonné (κριτικός κατάλογος) σε ψηφιακή μορφή κατ' αρχάς, που θα περιλαμβάνει το σύνολο των αυθεντικών έργων του καλλιτέχνη».

Είναι γεγονός ότι υπάρχουν συλλέκτες οι οποίοι έχουν αμφιβολίες για τα έργα που αγόρασαν ακόμη και μέσω δημοπρασιών. «Για να συμπεριληφθεί ένα έργο τέχνης σε μια δημοπρασία η διαδικασία που ακολουθείται είναι η εξής: αφού σχηματιστεί μια άποψη βάσει φωτογραφιών, εν συνεχεία ακολουθεί φυσική εξέταση του έργου και παράλληλα συλλογή πληροφοριών σχετικά με την προέλευσή του, που περιλαμβάνει έρευνα στη σχετική βιβλιογραφία, γνωμοδότηση ειδικών εγνωσμένου κύρους, σύγκριση με γνήσια έργα του ίδιου καλλιτέχνη, έλεγχος στο Διαδίκτυο» αναφέρει η δικηγόρος Φοίβη Κουβελά και συμπληρώνει: «Ο οίκος συνήθως δεν επιθυμεί (και μπορεί να μην είναι σε θέση) να πιστοποιήσει επίσημα εάν ένα έργο είναι αυθεντικό. Ομως θα πρέπει να είναι πεισμένος ότι, βάσει της παραπάνω διαδικασίας που ακολουθεί, το έργο είναι γνήσιο. Εάν δεν είναι πεπεισμένος, δεν σημαίνει ότι το έργο δεν μπορεί να βγει σε δημοπρασία, αλλά θα πρέπει να είναι σαφές από την περιγραφή του ότι δεν υπάρχει εγγύηση ως προς τη γνησιότητά του. Ο αγοραστής υπογράφει πριν από τη δημοπρασία έντυπο εγγραφής για υποβολή προσφοράς που περιέχει τους Γενικούς Ορους Συναλλαγών (τα "ψιλά γράμματα") όπου μπορεί η ευθύνη του οίκου να περιορίζεται, μεταφέροντάς την και στον αγοραστή. Σε κάθε περίπτωση, όμως, όπου ο οίκος με τη συμπεριφορά του παράγει, ενισχύει ή διατηρεί πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση ως προς τη γνησιότητα του έργου, μπορεί να έχει ευθύνη ανεξάρτητα από οποιονδήποτε περιορισμό στα "ψιλά γράμματα"».

Ενα όπλο κατά των πλαστογράφων έρχεται από το πεδίο της επιστήμης, καθώς λειτουργούν στη χώρα μας ιδιωτικά εργαστήρια τα οποία πραγματοποιούν μελέτες με σκοπό να πιστοποιήσουν την αυθεντικότητα. Ο Αλκης Λεμπέσης, διευθυντής της ΤAURUS Ασφαλείς Λύσεις, η οποία προχωρεί σε επιστημονική τεκμηρίωση της γνησιότητας έργων τέχνης μέσω της εταιρείας ΑrtGnomon, εξηγεί στο ΒΗΜΑgazino: «Σκεφθείτε, για παράδειγμα, ότι έχετε στην κατοχή σας έναν πίνακα και θέλετε να εξακριβώσετε αν ανήκει πράγματι στον Ελ Γκρέκο. Οι επιστήμονες γνωρίζουν πολύ καλά τις τεχνικές προδιαγραφές του ζωγράφου, γνωρίζουν φερ' ειπείν την παλέτα των χρωμάτων του, έχοντας αναλύσει με φυσικοχημικές μεθόδους τις ουσίες των χρωστικών ουσιών που χρησιμοποιούσε. Ετσι, με μια σειρά διαδικασιών που περιλαμβάνουν αυστηρά πρωτόκολλα, χρησιμοποιώντας πρότυπο εξοπλισμό, καταρτίζουμε reports, τα οποία μπορεί να ξεπερνούν και τις 200 σελίδες και λειτουργούν επικουρικά στη γνωμάτευση του ιστορικού τέχνης. Σκεφθείτε τον ιστορικό τέχνης ως τον γιατρό δηλαδή που θα δει συμπτώματα στον ασθενή και θα τον στείλει στο μικροβιολογικό εργαστήριο για αναλύσεις. Εμείς είμαστε αντίστοιχα αυτό το μικροβιολογικό εργαστήριο».

Oι υποθέσεις πλαστών έργων τέχνης κρύβουν και ευτράπελα. Υπήρξαν περιπτώσεις ζωγράφων που ήταν εν ζωή και ήρθαν αντιμέτωποι με τα πλαστά έργα τους. Ο Γιάννης Τσαρούχης το αντιμετώπισε σαρκαστικά. «Το έχει ζωγραφίσει καλύτερα από μένα, αλλά δεν είναι δικό μου» λέγεται ότι αναφώνησε όταν βρέθηκε μπροστά σε έναν πλαστό πίνακα που του αποδιδόταν, μη διστάζοντας με το γνωστό του χιούμορ να τον υπογράψει κιόλας. Ο Σπύρος Βασιλείου, από την άλλη πλευρά, σε μια αντίστοιχη περίπτωση πήρε ένα κοπίδι και χάραξε τον πλαστό πίνακα.

Βέβαια και οι υποθέσεις των πλαστών έργων που ταλάνισαν μουσεία είναι ουκ ολίγες. Είναι πρόσφατη η υπόθεση εντοπισμού πλαστού έργου στις συλλογές της Εθνικής Πινακοθήκης. Πρόκειται για το περίφημο «Καλαφάτισμα» της συλλογής Κουτλίδη που θεωρήθηκε για χρόνια ότι ήταν έργο του Κωνσταντίνου Βολανάκη και τυχαία αποκαλύφθηκε το αντίθετο σε μια συντήρηση.

Είναι ενδεικτικό ότι το 2010 η Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου διοργάνωσε ολόκληρη έκθεση με τίτλο «Close Examination: Fakes, Mistakes and Discoveries» («Προσεκτική εξέταση: Πλαστά, λάθη και ανακαλύψεις»). Μάλιστα, όπως αποκάλυψε η έκθεση, ένας άγνωστος ζωγράφος των αρχών του 20ού αιώνα αποδείχθηκε άσος στην απομίμηση του ύφους των αναγεννησιακών πορτρέτων. Ξεγέλασε λοιπόν την Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου, που αγόρασε το 1923 έναν πίνακα πιστεύοντας ότι πρόκειται για έργο του 15ου αιώνα. Τελικά αποδείχθηκε στην ανάλυση που έγινε ότι τα χρώματα του πίνακα ήταν σύγχρονα, του 20ού αιώνα δηλαδή. Ο πλαστογράφος βέβαια είχε κάνει και ένα μικρό λάθος. Θέλοντας να απεικονίσει τον δούκα του Ουρμπίνο Φεντερίκο μαζί με δύο από τα παιδιά του δεν πέτυχε τόσο τη μύτη του που ήταν παραμορφωμένη, σύμφωνα πάντα με τα αυθεντικά πορτρέτα του. Και τότε σίγουρα η πλαστική δεν είχε προχωρήσει τόσο πολύ σε αντίθεση με την τέχνη των πλαστών που είναι συνδεδεμένη με την ίδια την ιστορία της τέχνης.

* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 08 Μαρτίου 2015

Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.