Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2014

Για το παρεμπόριο και τους μικροπωλητές

















του Κωστή Τσιτσελίκη 

Οι περιπλανώμενοι Ασιάτες και Αφρικανοί μικρέμποροι έγιναν πλέον συνηθισμένο θέαμα εδώ και αρκετά χρόνια, όχι μόνο σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη αλλά και σε όλες τις μικρότερες πόλεις και τουριστικούς προορισμούς στην ελληνική επικράτεια. Η διαρκώς μετακινούμενη πραμάτεια και οι διακινητές της έχουν προκαλέσει, μετά την πρώτη αδιάφορη ή συμπαθητική αντιμετώπιση των πρώτων χρόνων, την οργή των εμπόρων, την απαξία των πολιτών και τελευταία το άγριο κυνηγητό της (δημοτικής) αστυνομίας. Το τελευταίο έχει επίσης συχνά αποτέλεσμα την καταστροφή του παράνομου εμπορεύματος και ενίοτε και τη σύλληψη του παράνομου μικροπωλητή. Μάλιστα, σε τακτά χρονικά διαστήματα μέσα από τα ΜΜΕ αναδεικνύονται ορισμένες από τις όψεις ενός φαινομένου που στην μεγαλύτερη έκτασή του παραμένει αφανές ή που αντίστροφα προβάλλεται μονομερώς: λαθραία διακίνηση τεράστιων ποσοτήτων αντιγράφων επώνυμων προϊόντων, μυστικές αποθήκες, τζίρος και κέρδη δις ευρώ που αποφέρει η αλυσίδα του παράνομου εμπορίου, οι δεκάδες χιλιάδες παράνομοι μετανάστες μικροπωλητές και οι ζημιές των νόμιμων εμπόρων και του κράτους από διαφυγόντες φόρους. Συνήθως το αποτέλεσμα τέτοιων ερευνών είναι η στιγματοποίηση των μικρο-πωλητών μεταναστών χωρίς χαρτιά, και η μονόπλευρη ανάδειξη της ζημιάς που υφίσταται η εθνική οικονομία και οι έμποροι αντίστοιχων ειδών. 

Ωστόσο, η εικόνα αυτή είναι προβληματική, καθώς δεν φωτίζει τους κρίκους μιας αλυσίδας παραγωγής και διάθεσης η οποία διαρθρώνεται ως εξής: 

1. Παραγωγή του εμπορεύματος (ρούχα, τσάντες, ρολόγια, κλπ) από την Ιταλία, την Τουρκία και την Βουλγαρία, σε εργοστάσια με ελάχιστο κόστος (με την εργασία εργατών χωρίς χαρτιά που δουλεύουν σε απάνθρωπες συνθήκες και μηδαμινά μεροκάματα). Μικρή παραγωγή γίνεται πλέον και στην Ελλάδα. 

2. Μεγαλο-εισαγωγείς (αλλοδαποί και Έλληνες) που εισάγουν από τα παραπάνω εργοστάσια λαθραία τεράστιες ποσότητες προϊόντων στην Ελλάδα. Η εισαγωγή αντιμετωπίζει κινδύνους καθώς είναι διαρκής και μεγάλη σε όγκο. Η ομαλή ροή της λαθροεισαγωγής από θαλάσσιες ή χερσαίες οδούς κατά τα φαινόμενα διευκολύνεται από κρατικούς υπαλλήλους καθώς ουδέποτε παρατηρήθηκε παρεμπόδισή της μέσα από τους ελεγκτικούς τελωνιακούς μηχανισμούς. 

3. Τα προϊόντα αποθηκεύονται στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη ή αλλού προς διευκόλυνση της διανομής του λαθραίου εμπορεύματος. Και πάλι η αποθήκευση δεν μπορεί να γίνει με ασφάλεια χωρίς την (συγ)κάλυψη ή συνέργεια των διωκτικών αρχών. Εδώ, συνήθως Έλληνες αλλά και αλλοδαποί ενδιάμεσοι έμποροι αναλαμβάνουν να τροφοδοτήσουν το κύκλωμα της λαθραίας λιανικής αγοράς. 

4. Οι μεσάζοντες πωλούν μικρές ποσότητες εμπορεύματος στους μικροπωλητές, κυρίως Ασιάτες και Αφρικανούς, οι οποίοι συνήθως προαγοράζουν το εμπόρευμα. Επίσης τμήμα του εμπορεύματος αυτού διακινείται σε μαγαζιά όπου πωλείται μέσω διαφορετικής τιμολόγησης σε πολύ υψηλότερες τιμές. 

5. Οι μικροπωλητές κινούνται σε ολόκληρη την Ελλάδα για να πουλήσουν έναντι μικρού κέρδους το εμπόρευμα που έχουν χρεωθεί. Βρίσκονται σε δεινή θέση καθώς είναι οι μόνοι (από την αλυσίδα παραγωγής-διάθεσης, όπως περιγράφηκε) εκτεθειμένοι σε ‘κοινή θέα’. Δεν έχουν νομιμοποιητικά χαρτιά, προσπαθούν να συνεχίσουν το ταξίδι τους προς άλλο δυτικοευρωπαϊκό προορισμό, και εμπλέκονται στην αλυσίδα αυτή με στόχο την εξασφάλιση χρηματικού ποσού που θα τους επιτρέψει τον απεγκλωβισμό τους από την Ελλάδα και βέβαια την προσωρινή τους διαβίωση. 

6. Τον τελευταίο χρόνο έχει αυξηθεί σε μεγάλο ποσοστό η κατάσχεση τέτοιων προϊόντων στο ‘δρόμο’ και η καταστροφή τους από όργανα της δημοτικής αστυνομίας σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Μάλιστα, πρόσφατα υιοθετήθηκε και η διαδικασία καταστροφής όσων προϊόντων του υπαίθριου παρεμπορίου εντοπίζονται από την Δημοτική Αστυνομία και των Κλιμακίων Ελέγχου Λαϊκών Αγορών, με αρμοδιότητες ανάλογες με αυτές του ΣΔΟΕ. Ωστόσο, η λαθραία εισαγωγή δεν παρεμποδίζεται αποτελεσματικά –εκτός από τον περιστασιακό εντοπισμό αποθηκών τέτοιων ειδών- ενώ το κυνήγι στο δρόμο απλώς επιφέρει μια ανούσια (ως προς τα συμφέροντα του παραεμπορίου) ανανέωση των μικροπωλητών όμως με πολύ μεγάλο (υλικό και ψυχολογικό) κόστος για τους ίδιους. 

Τα οικονομικά μεγέθη του παρεμπορίου/λαθρεμπορίου: 

- 69 δις ευρώ τζίρος παραοικονομίας στην Ελλάδα. - 7-20 δις ευρώ ο τζίρος του παρεμπορίου και λαθρεμπορίου κάθε είδους (συμπεριλαμβανομένων τσιγάρων, ποτών, καυσίμων, αγροτικών προϊόντων κλπ): ισούται με το 20-30% του εμπορίου στη χώρα. 

- 300-400 εκ. ευρώ το κέρδος για τους μικροπωλητές το χρόνο (3.000-4.000 ευρώ το χρόνο ο καθένας). 

- 1-1.5 δις ευρώ το κέρδος για τους εισαγωγείς/διακινητές. 

Αυτή η κερδοφόρα αλυσίδα του παρεμπορίου εδράζεται σε μια σειρά αποσιωπήσεων που χαρακτηρίζει το δημόσιο λόγο: 

1. Ότι μια σημαντική πτυχή του παρεμπορίου αφορά τη διακίνηση τέτοιων προϊόντων και από ‘κανονικά μαγαζιά’. Σε δήλωσή του ο Πρόεδρος του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου της Αθήνας ανέφερε ότι: "Παρεμπόριο δεν είναι μόνο οι αλλοδαποί που απλώνουν την πραμάτεια τους στις εξόδους του Μετρό. Παρεμπόριο είναι όλες οι εισαγωγές από το εξωτερικό προϊόντων που παρουσιάζονται ως ευτελούς αξίας και μπαίνουν στη χώρα μας με το κιλό, ενώ στη συνέχεια πωλούνται με το κομμάτι, σε πολλαπλάσια αξία από την τιμή εισαγωγής". 

2. Ότι το παρεμπόριο δεν αντιμετωπίζεται ως ένας τεράστιος κύκλος εργασιών που συμμετέχει ελληνικό κεφάλαιο. Όπως δήλωσε ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ, Β. Κορκίδης, «σαφώς υπάρχουν και Έλληνες σ' αυτή την διαδικασία. Είναι γνωστοί στο ΣΔΟΕ. Είναι στο σχεδιασμό και στην στρατηγική του να συλλέξει στοιχεία». 

3. Ότι «το φαινόμενο δεν έχει αντιμετωπιστεί, αλλά έχει απλά μετατοπιστεί». Σύμφωνα με τον Δημήτρη Ψύκο, Γενικό Γραμματέα του Ενιαίου Συνδικάτου Μικροπωλητών Ελλάδας, Ελλάδας, «οι παρέμποροι βρίσκονται υπό την ομπρέλα κάποιων εισαγωγέων, οι οποίοι διακινούν απίστευτα ποσά. Για να χτυπηθεί το παραεμπόριο πρέπει πρώτα να αντιμετωπιστούν οι εισαγωγείς λαθραίων προϊόντων. Αυτοί οι εισαγωγείς είναι γνωστοί, είναι μέλη εμπορικών συλλόγων». 

Τέλος, αποσιωπάται η συμβολή των ίδιων των μικροπωλητών, και όλων των μεταναστών, ανεξάρτητα από την νομική τους κατάσταση στην ελληνική οικονομία αλλά και η μη αξιοποίηση από τις ελληνικές κυβερνήσεις κονδυλίων της ΕΕ (ειδικά σε θέματα προσφύγων). 

Θα μπορούσε να προτείνει κανείς ότι απαιτούνται «αποτελεσματικότεροι έλεγχοι στα τελωνεία κατά την είσοδο των προϊόντων αυτών στη χώρα μας […και ] πάταξη των εισαγωγών, εντοπισμός και κατάσχεση στις αποθήκες εμπορίου και διακίνησης» , καθώς –όπως ήδη υπογραμμίστηκε- οι εισαγωγείς και διακινητές «είναι γνωστοί, είναι μέλη εμπορικών συλλόγων». 

Το ζήτημα όμως που έχει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι η πλευρά των μεταναστών μικροπωλητών καθώς λαμβάνει μια αρκετά διαφορετική διάσταση επίσης στη σκιά της δημόσιας συζήτησης. Όπως ήδη αναφέρθηκε οι μικροπωλητές αυτοί αποτελούν απλώς τον τελευταίο τροχό της αμάξης. Η απασχόλησή τους στο παράνομο εμπόριο αποσκοπεί στην εξασφάλιση ενός μικρού ποσού που θα τους επιτρέψει να ζήσουν και να ταξιδέψουν εκτός Ελλάδας. Όμως, η προαγορά του εμπορεύματος που χρεώνονται τους καθιστά αυτόματα ευάλωτους και εξαρτημένους από την επιτυχία του πολύ περιορισμένου -έτσι κι αλλιώς- περιθωρίου δικού τους κέρδους. Η εξάρτηση από τους μεσάζοντες και τους εισαγωγείς γιγαντώνεται σε περίπτωση αποτυχίας και άρα οφειλής: ο πλανόδιος θα πρέπει να χρεώνεται το εμπόρευμα μέχρι να ξεχρεώσει ουσιαστικά το «δάνειο», και άρα να εργάζεται σε ολοένα δυσκολότερες συνθήκες και σχέσεις εξάρτησης. Η εξάρτηση αυτή συχνά οδηγεί σε μορφές σύγχρονης δουλείας, καθώς μπορεί να χρεωθούν και μέλη της οικογένειας του μικροπωλητή, να δουλεύουν με περιορισμό της ελευθερίας τους κλπ. Οι περιπτώσεις αυτές εντάσσονται σε αυτό που ονομάζεται «trafficking», δηλαδή την διακίνηση ανθρώπων με την υποχρέωσή τους σε εξαναγκαστική εργασία (σεξουαλικής εκμετάλλευσης, παιδικής ή ενήλικης εργασίας με μικρή ή καθόλου αμοιβή κλπ.) Δεν είναι γνωστά τα μεγέθη και η κατάσταση των εξαρτήσεων αυτών παρά μόνο όταν περιστασιακά φτάνουν στο φως της δημοσιότητας. Ασφαλώς οι μικροπωλητές αποτελούν ένα αναλώσιμο ανθρώπινο δυναμικό για τους εισαγωγείς και τους διακινητές των παράνομων εμπορευμάτων. Πολύ εύκολα θα βρεθεί από τους διακινητές των παρα-εμπορευμάτων αντικαταστάτης εκείνου που δεν τα κατάφερε, με τους ίδιους ή και σκληρότερους όρους εργασίας. Το κυνήγι του δρόμου από την αστυνομία και η καταστροφή του εμπορεύματος του μικροπωλητή έχει εν τέλει το αντίστροφο αποτέλεσμα από εκείνο που θεωρείται ότι επιτυγχάνει: ο μικροπωλητής χώνεται σε βαθύτερες σχέσεις εξάρτησης από το αφεντικό του, η κοινή γνώμη έχει απλώς μια απατηλή αίσθηση ότι το κράτος και οι δημοτικές αρχές λειτουργούν υπέρ του κοινού καλού, και βέβαια το κύκλωμα του παρεμπορίου μπορεί να αναζητήσει με μεγαλύτερη ασφάλεια τον επόμενο υποταγμένο μικροπωλητή του διασφαλίζοντας τα κέρδη των (λαθρ)εμπόρων σε τεράστια ύψη. 

Το κείμενο αυτό δεν προτείνει λύσεις στο ευρύτερο ζήτημα του παρεμπορίου εκτός από τα προφανή, δηλαδή την πάταξή του στην παραγωγή και την εισαγωγή. Αυτονόητα, όσο το παρεμπόριο είναι εξ ορισμού παράνομο τόσο και εκείνοι που εμπλέκονται επωμίζονται την συμμετοχή τους σε παραβατικές πράξεις. Ασφαλώς το καθεστώς των μικροπωλητών εμπίπτει στις γενικότερες διατάξεις που ορίζουν τη νομιμότητα της παραμονής και εργασίας, ενώ οι Δήμοι δεσμεύονται από τις διατάξεις για το καθεστώς των μικροπωλητών, τις λαϊκές αγορές κλπ. Ωστόσο, το κυνηγητό στους δρόμους όχι μόνο δεν έχει κανένα αποτέλεσμα ως προς τη μείωση της παραβατικότητας αλλά αντιστρόφως επιτείνει τις δυσκολίες για τους ανθρώπους που βρίσκονται στην πλέον ευάλωτη θέση. Συγκροτημένες και τολμηρές πολιτικές, αλλά και διάλογος με τους εμπλεκόμενους μπορούν να δώσουν ορισμένα αποτελέσματα σε ένα ζήτημα που δεν είναι αποξενωμένο από τα ζητήματα της οικονομικής παραβατικότητας και του εύκολου πλουτισμού σε βάρος άλλων ανθρώπων μέσα από σχέσεις εκμετάλλευσης.

Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.