Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2014

Εξασφάλιση υδάτινων πόρων στην ελληνική μυθολογία


Ιδεώδες των αρχαίων πόλεων υπήρξε η αυτάρκεια, υλική, ηθική, πνευματική, στρατιωτική, διοικητική -ο Αριστοτέλης έδωσε την πολιτική διάσταση του θέματος στα Πολιτικά (1252b-1253a). Προϋπόθεση για την υλική αυτάρκεια ήταν η γεωγραφική θέση της πόλης που θα έπρεπε να της εξασφαλίζει άφθονα υλικά αγαθά και να τη βοηθά στην εμπορική της ανάπτυξη. Αλλά η υλική αυτάρκεια προϋπέθετε την εξασφάλιση και τη διαχείριση υδάτινων πόρων, που κάποιες φορές έφερναν σε σύγκρουση τους ενδιαφερόμενους. Σε επίπεδο μυθολογικό, οι αγώνες αυτοί είναι ανάμεσα σε ήρωες και θεούς ή εκπροσώπους των θεών.
Κάδμος και Άρεια πηγή

Οι μύθοι που περιβάλλουν την ίδρυση των πόλεων των Θηβών και του Άργους έχουν τα τυπικά χαρακτηριστικά του ιδρυτικού μύθου -ένα ζώο υποδεικνύει τον τόπο εγκατάστασης, η πάλη του ήρωα με το φίδι που φυλάει το νερό ή η αναζήτηση νερού από μια κοπέλα κ.τ.λ. Και στις δύο περιπτώσεις ένα από τα επεισόδια του μύθου αφορούν στην εξασφάλιση νερού για την πόλη. Σε ερυθρόμορφο κρατήρα του 540 π.Χ. (Εικ. 120), παριστάνεται ο Κάδμος που πλησιάζει την Άρεια πηγή για να γεμίσει την υδρία, κρατώντας πέτρα με την οποία θα σκοτώσει το φίδι που τη φύλαγε. Η πηγή υποδηλώνεται με την υδρόβια βλάστηση και τον καλαμιώνα. Η παρουσία του Άρη και της Αθηνάς συμπληρώνουν το πριν και το μετά του μύθου: το φίδι ήταν γεννημένο από τον Άρη, ενώ η Αθηνά συμβούλευσε τον Κάδμο να σπείρει τα δόντια του θηρίου, από τα οποία ξεπετάχτηκαν από τη γη αρματωμένοι οι Σπαρτοί· πέντε επιβίωσαν από τη μεταξύ τους σύγκρουση, τα ονόματα των οποίων φανερώνουν τη χθόνια καταγωγή τους.[34] Όσο για την Αρμονία, κόρη της Αφροδίτης και του Άρη, αυτή είναι η σύζυγος του Κάδμου.




Ποσειδώνας και Αμυμώνη

Ιδρυτικός, είπαμε, είναι και ο μύθος της Αμυμώνης, κόρης του Δαναού και της Ευρώπης. Ακολούθησε τον πατέρα της στο Άργος που υπέφερε από λειψυδρία εξαιτίας της οργής του Ποσειδώνα, γιατί η πόλη είχε δοθεί στην Ήρα ύστερα από την κρίση των ποταμών Ίναχου, Αστερίωνα και Κηφισού.[35] Ο Δαναός έστειλε τις πενήντα κόρες του σε αναζήτηση νερού. Ένας Σάτυρος (θεότητα της βλάστησης) προσπάθησε να βιάσει την Αμυμώνη κι εκείνη ζήτησε τη βοήθεια του Ποσειδώνα που μ” ένα χτύπημα της τρίαινας τον έδιωξε. Από το χτύπημα ανέβλυσε τριπλή πηγή. Σύμφωνα με άλλη παραλλαγή του μύθου ο Ποσειδώνας αποκάλυψε στην κόρη την ύπαρξη της πηγής Λέρνη, της μόνης στην οποία ο Ποσειδώνας είχε επιτρέψει να αναβλύζει νερό, και η οποία έκτοτε ονομαζόταν και πηγή της Αμυμώνης. Στην επιφάνεια ερυθρόμορφης πελίκης του ζωγράφου της Γέννησης της Αθηνάς (450 π.Χ.) η υδρία υποδηλώνει την αναζήτηση νερού από την Αμυμώνη, η παρουσία του Ποσειδώνα τον ρόλο του στο θέμα, ενώ της Αφροδίτης και του Έρωτα υπονοούν την τελική ένωση της κόρης με τον θεό, την αίσια δηλαδή έκβαση του θέματος με την ανεύρεση του νερού και τη γονιμότητα της γης από τη σχετική υγρασία -το ίδιο θέμα «διαβάζουμε» και σε αττική ερυθρόμορφη υδρία του 470 π.Χ. περίπου.[36] (Εικ. 121, 122, 123) Αντίθετα, η τιμωρία των Δαναΐδων να γεμίζουν στον Άδη ένα τρύπιο πιθάρι με νερό για τον φόνο των ανδρών τους, παρόλο που είχαν καθαρθεί από τον Ερμή και την Αθηνά, αντανακλά τις συνέπειες από τη στέρηση του νερού αλλά και από την παρέμβαση στον κύκλο της ζωής και στη συμφιλίωση των γυναικών με τον γάμο -οι Δαναΐδες, ύστερα από αίτημα του πατέρα τους, είχαν σκοτώσει τους συζύγους τους για να μην ενωθούν με αυτούς· ωστόσο, οι ισχυροί οίκοι τους αυτοκαταστρέφονται μέσα στην όλη στρέβλωση της γαμήλιας τελετουργίας[37]. Το πάθημα των Δαναΐδων «επικεντρώνει την προσοχή στην ιδέα της παραγωγικής γενετήσιας ένωσης με το να δίνει, παραδόξως, προσωρινά έμφαση στο αντίθετό της»[38]. Σε τοιχογραφία από σπίτι στον λόφο Esquilino στη Ρώμη, γύρω στο 40 π.Χ., οι Δαναΐδες εμφανίζονται μαζί με τους άλλους μεγάλους τιμωρημένους: τον Τιτυό, τον Ωρίωνα, τον Σίσυφο. (Εικ. 124)

Άμυκος και Αργοναύτες

Ο μύθος του Άμυκου αντανακλά τις συγκρούσεις για την κατοχή του νερού αλλά και την ισχύ του κατόχου του. Ο Άμυκος, γιος του Ποσειδώνα και της Νύμφης Μελίας από τη Βιθυνία, βασιλιάς των Βεβρύκων στην περιοχή του Βοσπόρου, φύλαγε την πηγή και όποιος ήθελε νερό έπρεπε να πυγμαχήσει μαζί του. Ο νικημένος γινόταν σκλάβος του νικητή. Πάλεψε με τον Πολυδεύκη και μετά την ήττα του αναγκάστηκε να αφήσει το νερό ελεύθερο και για τους ξένους. Σε λουκανική υδρία του ζωγράφου του Άμυκου (420-400 π.Χ.) ο Άμυκος είναι δεμένος στον βράχο της πηγής από τους Αργοναύτες. (Εικ. 125) Το ίδιο θέμα επεξεργάστηκε καλλιτέχνης στη χάλκινη κίστη Ficoroni της Πραίνεστου (Παλεστρίνα) (350-300 π.Χ.) παριστώντας τον βασιλιά Άμυκο και τους Αργοναύτες -ανάμεσά τους ο Κάστορας και ο Πολυδεύκης. (Εικ. 126)
Ηρακλής και νερό

Τρεις από τους άθλους του Ηρακλή μπορούν να ενταχθούν στο θέμα μας: οι Στυμφαλίδες όρνιθες, η Λερναία ύδρα, οι στάβλοι του Αυγεία. Οι Στυμφαλίδες σκότωναν ανθρώπους με τα φτερά τους και έτρωγαν το κρέας τους, ξεχύνονταν στους αγρούς και αφάνιζαν τα πάντα.

«Στην πόλη Στύμφαλο της Αρκαδίας, μέσα σε πυκνό δάσος, υπήρχε λίμνη που λεγόταν Στυμφαλίδα· σε αυτήν εύρισκαν καταφύγιο πουλιά, από φόβο μήπως τα αρπάξουν λύκοι.[39] Καθώς λοιπόν ο Ηρακλής βρισκόταν σε αμηχανία πώς να βγάλει τα πουλιά από το δάσος, η Αθηνά του έδωσε χάλκινα κρόταλα που τα είχε πάρει από τον Ήφαιστο. Ανέβηκε λοιπόν σε ένα όρος κοντά στη λίμνη και χτυπώντας τα τα φόβιζε· κι εκείνες, καθώς δεν άντεχαν τον θόρυβο, φοβισμένες σηκώνονταν ψηλά, και μ” αυτόν τον τρόπο ο Ηρακλής τα χτύπησε με τα βέλη του» (Απολλόδ. 2.5. 6).

Ποια μπορεί να είναι η σημασία αυτών των πλασμάτων; Άλλοι υποστηρίζουν ότι επρόκειτο για δηλητηριώδη αέρια της λίμνης και άλλοι για έλη και κουνούπια που προκαλούσαν πυρετούς. Ο άθλος του Ηρακλή για την άρση των συνεπειών αυτών σχετίζεται με διαχείριση υδάτων της λίμνης Στυμφαλίας.

«Το εύρος των υδάτων της λίμνης αυτής ποικίλλει ανάλογα με τη βροχόπτωση και τον έλεγχο της απορροής τους από φυσικές καταβόθρες. […] Ενισχυτικό της ερμηνείας αυτής είναι και το γεγονός ότι αντίστοιχης τεχνικής και αρχαιότητας υδραυλικά έργα έχουν επισημανθεί και στη γειτονική της Στυμφάλου κλειστή κοιλάδα του Φενεού, που οι αρχαίοι (Παυσ. 8.14.3) τα απέδιδαν στον ίδιο τον Ηρακλή)».[40]

Οι παλαιότερες παραστάσεις του μύθου ανάγονται στον 8ο αι. π.Χ. Ωστόσο, είναι πολύ λίγες οι παραστάσεις του μύθου που σώζονται. Μία από αυτές είναι σε μελανόμορφο αμφορέα (γύρω στο 530 π.Χ.), όπου ο ήρωας επιτίθεται με σφεντόνα στο σμήνος των ορνίθων που πετούν ή κολυμπούν στα νερά της λίμνης.[41] Η μοναδική παράσταση του άθλου στη μνημειακή πλαστική είναι στη μετόπη του ναού του Δία στην Ολυμπία, (457 π.Χ.).[42] Σε μια ιδιαίτερα τρυφερή, σχεδόν ερωτική σκηνή, ο Ηρακλής φέρνει τα τρόπαια της νίκης του στην άοπλη Αθηνά που, καθισμένη σε βράχο, μοιάζει με νεαρή, ντροπαλή ερωτευμένη κοπέλα που δέχεται δώρα από τον καλό της -είναι χαρακτηριστικό ότι η θεά στέκεται χαμηλότερα από τον ήρωα.

Για τον δεύτερο άθλο του Ηρακλή, τη Λερναία Ύδρα, ο Απολλόδωρος στη Βιβλιοθήκη του (Β, 5, 2) παραδίδει τα εξής:

«Σαν δεύτερο άθλο τον διέταξε [ο Ευρυσθέας τον Ηρακλή] να σκοτώσει τη Λερναία ύδρα· αυτή είχε μεγαλώσει στο έλος της Λέρνας, εξορμούσε στην πεδιάδα και ρήμαζε τόσο τα κοπάδια όσο και τα χωράφια. Η νεροφίδα ήταν τεράστια, με εννιά κεφάλια, τα οκτώ από αυτά ήταν θνητά, ενώ το ένα, το μεσαίο, ήταν αθάνατο. Ανέβηκε λοιπόν σε άρμα που το οδηγούσε ο Ιόλαος και έφτασε στη Λέρνα. Ύστερα, σταμάτησε τα άλογα και βρήκε τη νεροφίδα σε ένα λόφο κοντά στις πηγές της Αμυμώνης, όπου ήταν η φωλιά της, και χτυπώντας την με πυρωμένα βέλη την ανάγκασε να βγει από εκεί. Και την ώρα που αυτή έβγαινε, την έπιασε και την κράτησε σφιχτά. Εκείνη όμως τυλίχτηκε στο ένα του πόδι και τον ακινητοποίησε. Και εκείνος, αν και της έκοβε τα κεφάλια με το ρόπαλο, δεν μπορούσε να την εξοντώσει· γιατί, όταν έκοβε ένα κεφάλι, φύτρωναν δύο. Βοηθούσε τη νεροφίδα και μια τεράστια καραβίδα που του δάγκωνε το πόδι. Πρώτα λοιπόν σκότωσε αυτήν και ύστερα ζήτησε τη βοήθεια του Ιόλαου, που έκαψε τμήμα του κοντινού δάσους και, καυτηριάζοντας με τους δαυλούς τα σημεία απ” όπου ξεφύτρωναν τα κεφάλια, δεν άφηνε να βγουν άλλα. Με αυτόν τον τρόπο, αφού γλίτωσε από τα κεφάλια που φύτρωναν συνέχεια, στη συνέχεια έκοψε και το αθάνατο και το πλάκωσε με βράχο πελώριο στον δρόμο που περνούσε μέσα από τη Λέρνα προς την Ελαιούντα».[43]

Σε ερυθρόμορφη στάμνο-ψυκτήρα του ζωγράφου του Συλέα (480-470 π.Χ.) η Ύδρα «ανακλαδίζει τα θανατερά πλοκάμια της», ενώ ο Ηρακλής «προσπαθεί με την άρπη να αποκόψει τα δώδεκα κεφάλια της […]. Ο Ιόλαος από τα δεξιά κατακαίει με δαυλό τις ρίζες τους για να μην ξαναφυτρώσουν».[44] Στον μύθο αυτό αναγνωρίζονται στοιχεία από τον μύθο του Κάδμου. Ένα φίδι κυριαρχεί σε υδάτινο τόπο και εμποδίζει τους ανθρώπους. Ο Ηρακλής, όπως και ο Κάδμος, παλεύει με αυτό και το σκοτώνει, απαλλάσσει δηλαδή την περιοχή των νερών από την παρουσία του -θυμίζουμε ότι η Διώνη, ως σύζυγος του Δία Ναΐου, δηλαδή του Δία των νερών, λατρευόταν στη Δωδώνη που ήταν γεμάτη νερά και έλη (η Ευρώπη ήταν και αυτή πηγή στη Δωδώνη: Καλλίμ., απ. 630). Ο μύθος αυτός αποτελεί προφανώς «ανάμνηση ενός προϊστορικού προγράμματος διαχείρισης υδάτων για τον έλεγχο των πηγών που πλημμύριζαν τότε τον τόπο, με σκοπό την αποξήρανση των ελών και τη μετατροπή τους σε καλλιεργήσιμες εκτάσεις».[45] Η ερμηνεία αυτή, που μας βρίσκει απόλυτα σύμφωνους, παρά την απουσία αρχαιολογικών δεδομένων, στηρίζεται στη σημασία της περιοχής δίπλα στο Άργος και στη μυκηναϊκή εμπειρία σε μεγάλα υδραυλικά και εγγειοβελτιωτικά έργα υψηλού τεχνικού επιπέδου. Υπάρχει βέβαια και μια άλλη εκδοχή του μύθου της Λερναίας Ύδρας που τον συνδέουν με την αναζήτηση της αθανασίας, όπως είναι λ.χ. ο μύθος για τη σύλληψη του Κέρβερου από τον Ηρακλή. Αν λάβουμε υπόψη ότι οι λίμνες ήταν ανοίγματα για τον Κάτω Κόσμο και ότι τα φίδια ήταν χθόνια στοιχεία, τότε μπορούμε να εικάσουμε ότι ο μύθος αυτός εντάσσεται στον κύκλο των μύθων που αφορούν στην πορεία του ήρωα για την κατάκτηση της αθανασίας. Ωστόσο, αν λάβουμε υπόψη ότι ο μύθος αυτός ανήκει στους πρώιμους του Ηρακλή και ότι οι μύθοι για την επιδίωξη της αθανασίας έρχονται αργότερα, μοιάζει η ερμηνεία αυτή, που καθίσταται πιθανή από τα συμφραζόμενα, περισσότερο ηθικού περιεχομένου, να είναι μεταγενέστερη εκδοχή.

Για τον τρίτο άθλο που συζητούμε ο Απολλόδωρος παραδίδει:

«Ο Αυγείας ήταν βασιλιάς της Ήλιδας, όπως κάποιοι λένε γιος του Ήλιου, του Ποσειδώνα λένε άλλοι, του Φόρβαντα ισχυρίζονται κάποιοι τρίτοι, και είχε πολλά κοπάδια. Σ” αυτόν παρουσιάστηκε ο Ηρακλής, χωρίς να φανερώσει ότι το κάνει κατά διαταγή του Ευρυσθέα, και είπε ότι θα καθαρίσει την κόπρο σε μία μόνο μέρα, με τον όρο να του δώσει για αντάλλαγμα το ένα δέκατο από τα ζώα του. Και ο Αυγείας έδωσε τον λόγο του, γιατί δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να το κάνει. Έχοντας για μάρτυρα ο Ηρακλής τον γιο του Αυγεία Φυλέα, χώρισε στα δύο τα θεμέλια του στάβλου και γύρισε αλλού τα νερά των γειτονικών ποταμών Αλφειού και Πηνειού, ανοίγοντάς τους διέξοδο στην άλλη άκρη του στάβλου». (Απολλόδ. 2.5.5)

Ο άθλος αυτός δεν είχε ιδιαίτερη απήχηση στην ελληνική τέχνη. Η μοναδική του παράσταση -θα έλειπε αδικαιολόγητα λόγω της θέσης του ναού- είναι στη μετόπη του ναού του Δία στην Ολυμπία. Ο Ηρακλής με κοντάρι που δεν σώζεται ολόκληρο, άρα δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς ήταν, απομακρύνει την κοπριά ή χωρίζει τα θεμέλια του στάβλου δημιουργώντας ένα κανάλι. Σε αντίστιξη με τη δυναμική κίνηση του ήρωα είναι η ήρεμη κίνηση της Αθηνάς που σαν να του υποδεικνύει τις κινήσεις που πρέπει να κάνει (457 π.Χ. Ολυμπία, Αρχαιολογικό Μουσείο). Ποια μπορεί να είναι η ιστορική πραγματικότητα που αντανακλάται στον άθλο; Ή η αλλαγή από φυσικά αίτια του ρου του Πηνειού ποταμού προς τον νότο ή η δημιουργία τεχνητού καναλιού για άρδευση.

Η παγίδα του νερού

Η εξασφάλιση υδάτινων πόρων αποτελεί μια επικίνδυνη υπόθεση και αντικείμενο αντιπαλοτήτων. Κόρες παγιδεύονται σε κρήνες, που ανάγονται σε σημείο ερωτικής συνάντησης, όπως στην περίπτωση των Νυμφών ή των νέων ανδρών με τις κοπέλες, αλλά και σημείο επικίνδυνο στο οποίο μπορεί κανείς να παγιδευτεί ή και να πεθάνει. Το γεγονός ότι η κρήνη βρισκόταν εκτός οίκου, αποτελούσε το σημείο τομής μεταξύ φύσης και πολιτισμού, καθιστούσε την επίσκεψη σε αυτή επικίνδυνη υπόθεση. Επιπλέον, κόρες παγιδεύονται στις ακροποταμιές και στις παραλίες, είτε σε ένα ερωτικό παιγνίδι είτε σε ένα παιγνίδι θανάτου. Εξίσου επικίνδυνες είναι οι κρήνες και για ήρωες ή για ανυποψίαστους κυνηγούς, όπως ο Ακταίωνας και ο Τειρεσίας, που θα τιμωρηθούν σκληρά, γιατί αναπάντεχα αντίκρισαν γυμνές θεές που λούζονταν σε κρήνες ή τον εαυτό τους, όπως ο Νάρκισσος στα νερά του χειμάρρου Δονακώνα, οπότε και εγκλωβίστηκε στον αυτοθαυμασμό του (Εικ. 60, 61, 62) ή στην αγάπη για τη νεκρή αδελφή του. Και βέβαια το νερό μπορεί να αποτελεί παγίδα ακόμη και μέσα στα πλαίσια του ίδιου του οίκου και όχι μόνο σε εξωτερικούς χώρους. Ο Αγαμέμνονας λ.χ. παγιδεύτηκε από την Κλυταιμνήστρα και δολοφονήθηκε από τον Αίγισθο, όταν ο βασιλιάς, προκειμένου να ετοιμαστεί για το γεύμα που του είχε ετοιμάσει η βασίλισσα, κατευθύνθηκε προς το λουτρό. Τη στιγμή που έβγαινε από το νερό, η Κλυταιμνήστρα τον σκέπασε με έναν χιτώνα χωρίς κανένα άνοιγμα. Εγκλωβισμένος σε αυτόν ο Αγαμέμνονας δολοφονήθηκε από τον Αίγισθο.[46]

Τρωίλος και Αχιλλέας

Μία παράδοση έλεγε ότι, αν ο Τρωίλος, νεότερος γιος του Πρίαμου και της Εκάβης, έφτανε τα είκοσι χρόνια, η Τροία δεν θα μπορούσε να κυριευθεί από κανέναν. Ο νέος σκοτώθηκε λίγο μετά την άφιξη των Ελλήνων από τον Αχιλλέα που τον παραμόνεψε στην πηγή, όπου θα πήγαινε να ποτίσει τα άλογά του και η Πολυξένη να γεμίσει τη στάμνα της νερό. Παραλλαγή παραδίδει ότι ο Αχιλλέας είδε τον Τρωίλο στην πηγή και τον ερωτεύτηκε. Όταν αυτός αρνήθηκε τον έρωτά του και κατέφυγε στο ναό του Απόλλωνα, ο Αχιλλέας, θυμωμένος, τον σκότωσε με το δόρυ του στο εσωτερικό του ναού. Το επεισόδιο, σε δύο διαδοχικές φάσεις, το βρίσκουμε σε μελανόμορφο αμφορέα (Εικ. 283) και σε μελανόμορφη κύλικα, (Εικ. 128) και τα δυο του 560 π.Χ.[47] Στον πρώτο, η Πολυξένη έρχεται να γεμίσει τη στάμνα της νερό από την κρήνη, και ο αδελφός της Τρωίλος να ποτίσει τα άλογά του. Πίσω από την κρήνη παραφυλάει πάνοπλος ο Αχιλλέας. Στο δεύτερο αγγείο ο χώρος οριοθετείται αριστερά από την κρήνη, δεξιά από την Πολυξένη που φεύγει τρέχοντας. Στο κέντρο ο πάνοπλος Αχιλλέας κυνηγάει τον έφιππο Τρωίλο. Η στάμνα είναι πεσμένη κάτω και το νερό χύνεται. Ένα πουλί πετά ορμητικά προς τον Αχιλλέα, ενώ ένας λαγός ή υποδηλώνει την ερημιά του τοπίου ή, το πιθανότερο, αποτελεί ερωτικό σύμβολο. Παρόμοια με την πρώτη παράσταση είναι και μια ετρουσκική τοιχογραφία από τον τάφο των Ταύρων στην Ταρκυνία, χωρίς όμως την παρουσία της Πολυξένης (γύρω στο 540 π.Χ.). (Εικ. 127)



Αρπαγές κοριτσιών
Κοσμογονία, Γάμος, Θάνατος, Πολιτική

Εύκολα θύματα είναι και οι κοπέλες που, απομονωμένες σε λιβάδια, ακρογιαλιές και κρήνες έξω από την πόλη, όπου πήγαιναν να πάρουν νερό, μπλέκονται, αβοήθητες, σε ερωτικά παιγνίδια και, τελικά, απάγονται από μεγάλους γητευτές.

Στην ακρογιαλιά με τις φίλες της έπαιζε η Ναυσικά, όταν συνάντησε τον Οδυσσέα, η Ευρώπη που την άρπαξε ο Δίας παίρνοντας τη μορφή ταύρου, η Αύγη που έπεσε θύμα βιασμού από τον Ηρακλή σε μια κρήνη, η εγγονή του Μίνωα Απημοσύνη που έπεσε στην αγκαλιά του Ερμή, όταν γλίστρησε πάνω στα φρεσκογδαρμένα δέρματα που έριξε μπροστά στα πόδια της ο θεός, την ώρα που η κοπέλα γύριζε από τη βρύση με το σταμνί στον ώμο (Απόλλ. 3.2.1), η Ωρείθυια που την άρπαξε ο Βορέας από τις ακροποταμιές του Ιλισού (Εικ. 68, 69, 70, 71, 72, 73, 74), η Κυρήνη που την άρπαξε από τις όχθες του Πηνειού ποταμού ο Απόλλωνας, οδηγώντας την στη Λιβύη[48], η Κορωνίδα, κόρη του Φλεγύα, βασιλιά των Λαπιθών, την οποία αποπλανά στις όχθες της λίμνης Βοίβη, κοντά στην πόλη Λακέρεια και με την οποία αποκτά τον Ασκληπιό[49], η Αίθρα, κόρη του βασιλιά της Τροιζήνας Πιτθέα και εγγονή του Πέλοπα, που ύστερα από όνειρο που είδε και στο οποίο η θεά Αθηνά της έβαλε την επιθυμία να επισκεφθεί το γειτονικό νησί Σφαιρία και να προσφέρει θυσία στον ήρωα Σφαίρο, τον ηνίοχο του Πέλοπα, την οποία κάνει δική του ο Ποσειδώνας[50], η δρυάδα Ευρυδίκη, σύζυγος του Ορφέα, την οποία κυνήγησε στις όχθες του Πηνειού ο περίφημος κυνηγός Αρισταίος, γιος του Απόλλωνα και της Κυρήνης[51], η Νηρηίδα Θέτιδα, που πριν από τον γάμο της με τον Πηλέα παγιδεύτηκε στησπηλιά όπου πήγαινε να κοιμηθεί τα μεσημέρια στο ακρωτήριο Σηπιάς, που ονομάστηκε έτσι γιατί η ένωσή τους ολοκληρώθηκε όταν η θεά μεταμορφώθηκε σε σουπιά, αφού προηγουμένως, όσο ο Πηλέας την κυνηγούσε, είχε μεταλλαχθεί σε φωτιά, νερό, λιοντάρι, φίδι[52], η Ιπποθόη, κόρη του Μήστορα και εγγονή του Πέλοπα, που την άρπαξε ο Ποσειδώνας και ενώθηκε μαζί της στα νησιά Εχινάδες[53]. Και όπως η Ωρείθυια ήταν μαζί με άλλες κοπέλες που έτρεξαν να ενημερώσουν τον πατέρα της Ερεχθέα των Αθηνών, έτσι και η Περσεφόνη ήταν μαζί με άλλες Νύμφες, όταν, την ώρα που μάζευαν λουλούδια στην πεδιάδα της Έννας στη Σικελία, την άρπαξε ο Άδης. Στην πολλή γνωστή παράσταση από τον βασιλικό τάφο της Βεργίνας (366 π.Χ.) η νύμφη Κυάνη απεικονίζεται έντρομη, πεσμένη στα γόνατα.

Παραλλαγή της αρπαγής της Περσεφόνης είναι και της Βασίλης, βασίλισσας του Κάτω Κόσμου, από τον Έχελο ή Εχέλαο (αυτός που κρατά λαούς), άλλο όνομα του Άδη. Το θέμα αποτυπώθηκε σε μαρμάρινο αναθηματικό ανάγλυφο από την περιοχή του Ν. Φαλήρου. Το ανάγλυφο ήταν τοποθετημένο σε ιερό αφιερωμένο στη λατρεία του Έχελου και της Βασίλης. (Εικ. 129)

Η αρπαγή και ο γάμος με τον Άδη μπορεί να υποδηλώνει τον θάνατο των κοριτσιών. Ποια καλύτερη παρηγοριά για ένα γονιό, για μια μητέρα όπως η Δήμητρα, από το να αποδώσει τον θάνατο της κόρης στον έρωτα που ενέπνευσε στον θεό (amor dei); Εξάλλου, ο γάμος ήταν μια τόσο σπουδαία κοινωνική λειτουργία που το τελετουργικό του διατηρούνταν ακόμη και στην περίπτωση του θανάτου. Η Αντιγόνη λ.χ. θα «παντρευτεί τον Αχέροντα», ο «τάφος» της είναι και «νυφικός θάλαμος» και η πομπή που την οδηγεί προς αυτόν είναι νυφιάτικη αλλά και νεκρώσιμη.[54]

Οι αρπαγές κοριτσιών από τον Άδη συνιστούν και ένα φαντασιακό θάνατο, καθώς οι κοπέλες βίωναν τη μεταιχμιότητά τους προς τον γάμο με τρόπο που θυμίζει θάνατο. Η Ανδρομέδα λ.χ. περίμενε τον θάνατο από το τέρας που θα έβγαινε από τη θάλασσα, δεμένη και έχοντας μπροστά της αντικείμενα που θα μπορούσαν να είναι προσφορές είτε για τους νεκρούς είτε για τη νύφη (πυξίδες, λουτροφόροι, κάτοπτρα). Η τραγωδία Ιππόλυτος του Ευριπίδη τελειώνει με τη θέσπιση λατρείας στην Τροιζήνα, στη διάρκεια της οποίας οι επίγαμες κοπέλες έκοβαν τα μαλλιά τους και θρηνούσαν τον Ιππόλυτο[55] ή, άλλες φορές, τον Άδωνη[56], καθώς ο Ιππόλυτος εκφράζει στον μύθο τη διηνεκή μεταιχμιότητά του, την ακραία προσκόλλησή του στην αγαμία, η οποία όμως τιμωρήθηκε με θάνατο. Με αυτούς τους τρόπους, με τον μύθο και την τελετουργία, ενσαρκωνόταν φαντασιακά ένας θάνατος συνδεδεμένος με το γαμήλιο μεταβατικό στάδιο και εκφραζόταν το συναίσθημα αγωνίας των κοριτσιών για τον επικείμενο θάνατο της παιδικότητας και την έλευση του νέου βιώματος της παντρεμένης γυναίκας. Η μεταιχμιότητα, νεκρική και γαμήλια, και η αντίσταση της νύφης, όπως αυτή εκδηλώνεται στις αρπαγές, οφείλει και πρέπει να είναι μόνο προσωρινή, όπως αυτό δηλώνεται και με τη μοναδική εξαίρεση ατιμώρητης παρατεταμένης μεταιχμιότητας της Περσεφόνης. Η απόρριψη του γάμου από την πλευρά των κοριτσιών, όπως στην περίπτωση των Προιτίδων ή των Δαναΐδων, και η προσκόλληση στην πατρική οικογένεια, κάτι που αναιρεί την αναδημιουργία της ζωής μέσω του γάμου, επισείει τιμωρίες· η ίδια η πόλις «τιθασεύει» τα κορίτσια της για να παντρευτούν.

Στον ναό της Ἀρτέμιδος Καρυάτιδος στα ορεινά σύνορα της Λακωνίας με την Αρκαδία, δηλαδή σε μια περιφερειακή και οριακή, μεταιχμιακή τοποθεσία, οι κοπέλες της Σπάρτης εκτελούσαν χορούς στα πλαίσια μιας εφηβικής τελετουργίας, θανάτους της παιδικής αθωότητας και μυητικής στον ενήλικα βίο των ύπανδρων γυναικών. Γάμος και νεκρική τελετουργία διεισδύουν το ένα στο άλλο· ο κατά φαντασία θάνατος εισάγει τον θάνατο στη σφαίρα της ζωής, αλλά και τη ζωή στη σφαίρα του θανάτου, εφόσον η τελετουργία υπερνικά τον θάνατο».[57]

Στο ιερό της Άρτεμης στη Βραυρώνα, ένα βαλτότοπο σε μια δασωμένη, απόμακρη περιοχή της Αττικής, και αυτή περιφερειακή και μεταιχμιακή, τα κορίτσια, σύμφωνα με νόμο που είχαν ψηφίσει οι Αθηναίοι, προκειμένου να τους επιτραπεί να παντρευτούν, έπρεπε να συμμετάσχουν στην τελετουργία της ἀρκτείας. Παραβάλλονταν με θυσιαζόμενα ζώα και βίωναν μια περίοδο προσωρινής αγριότητας, ώστε να επιστρέψουν στην πόλη έτοιμες, «τιθασευμένες ή καθαρμένες από την αγριότητα», για να εισέλθουν στο πολιτισμένο καθεστώς του γάμου.

Κατά την προετοιμασία της, λοιπόν, για τον γάμο η κοπέλα παριστάνεται σαν ζώο που τιθασεύεται -«η Αφροδίτη έζεψε τη φοραδίτσα Ιόλη από το σπιτικό του πατέρα της, άζευτη ως τα τότε παρθένα, που έτρεχε σαν Ναϊάδα και σαν μαινάδα…» (Ευρ.,Ιππόλυτος 545-552)- και θυσιάζεται. Τη θέση της βέβαια παίρνει τελικά ένα πραγματικό ζώο, το οποίο θυσιάζεται κατά κανόνα στην Άρτεμη. Η θυσία της Ιφιγένειας στην τραγωδία του Ευριπίδη στηρίζεται ακριβώς σε αυτό το σχήμα· εξάλλου, η Ιφιγένεια κλήθηκε στην Αυλίδα με το πρόσχημα ενός γάμου με το πρωτοπαλλίκαρο των Αχαιών Αχιλλέα. Η αγωνιώδης αντίσταση της νύφης στην παρόμοια με θάνατο εμπειρία της μετάβασης και οι αρνητικές τάσεις ξεπερνιούνται με τον γάμο και καταπνίγονται σε αυτόν.»[58] Αντίθετα, η παρατεταμένη γαμήλια μεταιχμιότητα της Ηλέκτρας, σε συνδυασμό με την αντίστοιχη παρατεταμένη μεταιχμιακή περίοδο του πένθους της για τον πατέρα της, ο θάνατος του οποίου παραμένει ανεκδίκητος, θα κάνει την Ηλέκτρα να αρνηθεί την πρόσκληση του Χορού να πάνε μαζί στη «θυσία» που θα τελέσουν οι Αργείοι: «όλα τα κορίτσια όπου να “ναι θα πάνε στον ναό της Ήρας»[59]. Η γιορτή των Ηραίων αποτελούσε για τα κορίτσια της πόλης προπαρασκευή για τον γάμο τους· στη διάρκειά της θυσίαζαν άζευτα βόδια στη θεά του γάμου και του γαμήλιου ζυγού. Η Ηλέκτρα αποκλείεται από αυτή τη συλλογική και προσωρινή μεταιχμιότητα πριν από τον γάμο λόγω της υπέρμετρης μεταιχμιότητάς της. Οι πάνδημες, όχι οικογενειακές, τελετουργίες και λατρείες, που τελούνταν σε τακτά χρονικά διαστήματα και μέσω των οποίων η πόλιςαυτοαναπαράγεται και αυτοεπιβεβαιώνεται, στρεβλώνονται· μέσω της στρέβλωσης αυτής ο οἶκος, η ηγεμονική οικογένεια, αυτοκαταστρέφεται.

Στην περίπτωση του Ερμή και της Απημοσύνης, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη την ερωτική βουλιμία του θεού και την ετοιμότητά του για ερωτική συνεύρεση, επομένως τον ρόλο του στη γονιμότητα και την καρποφορία -θυμίζουμε ότι λατρεύεται και με τα επίθετα ἀγροτήρ, νόμιος, ἐπιμήλιος- όπως και του νερού που κουβαλά η Απημοσύνη, το πάθημα της οποίας παραπέμπει προφανώς σε τελετουργίες για την επίκληση βροχής. Αντίστοιχη είναι και η περίπτωση της Ωρείθυιας που την άρπαξε ο θεός του ανέμου Βορέας -θυμίζουμε ότι οι άνεμοι έχουν καθαρτήριες ιδιότητες, ευεργετικές για τον κύκλο της ζωής.

Διαφορετική είναι η περίπτωση του Δία και της Ευρώπης. Πέρα από τη γονιμοποιητική σημασία της αρπαγής, ο μύθος, παρακολουθώντας την πορεία της Ευρώπης πάνω στη ράχη του Δία-Ταύρου, μπορεί να αποτυπώνει την εξάπλωση της λατρείας μιας θεότητας από τόπο σε τόπο, κάτι που, σε πραγματικό επίπεδο, συντελείται με τις μετακινήσεις πληθυσμών. Και ακόμη, δεν αποκλείεται να αποτελεί έναν μύθο κοσμογονικό, που αποτυπώνει δηλαδή την ιδέα που είχαν οι άνθρωποι για τη δημιουργία και τη σχέση (Ο)ουρανού και (Γ)γης παραπέμπει και σε μύθους κοσμογονικούς. Πιο συγκεκριμένα:

Ήδη έχουμε αναφερθεί στην παράδοση που θέλει τον Ωκεανό αρχή των πάντων. Από τα νερά του αναδύεται η Γη, όπως για παράδειγμα τα νησιά αλλά και το σύνολο της ξηράς. Η παρατήρηση αυτή αποτελεί το αρχέτυπο κάθε μύθου που θέλει θεούς και δαίμονες, θαλάσσιους ή ποτάμιους, να κουβαλούν στη ράχη τους πάνω από τα κύματα μια όμορφη κοπέλα. Μέσα στα πλαίσια αυτά μπορούμε να αναγνώσουμε και τον μύθο της αναδυομένης Αφροδίτης, όπως και της Ευρώπης πάνω στη ράχη του Δία, κρατώντας το δεξί του κέρατο με το ένα της χέρι και ένα καλάθι με λουλούδια στο άλλο. Σε τελευταία ανάλυση, όλες αυτές οι θεότητες, Αφροδίτη, Ευρώπη, που στη Βοιωτία αποτελεί ένα επίθετο της Δήμητρας (Παυσ. 9.39.4-5), Διώνη, Δήμητρα,Περσεφόνη, Ήρα, αποτελούν διαφορετικές ονομασίες μιας θεότητας που έχει διευρυμένες ιδιότητες, που είναι μια Μητέρα Θεά.

Τέλος, θα προτείναμε και μια πολιτική ανάγνωση αυτών των αρπαγών. Με τον μύθο της αρπαγής της Αύγης, κόρης του βασιλιά της Αρκαδίας Αλέα, οι Αρκάδες επιχείρησαν να συνδέσουν τον Ηρακλή με το μυθικό παρελθόν του τόπου τους. Και είναι συχνό το φαινόμενο της προσπάθειας μιας πόλης να συνδέσει το παρελθόν της με ένα θεό ή έναν ήρωα που τον καθιστά προπάτορα μέσω επιγαμίας. Ο μύθος, και μάλιστα ο αιτιολογικός μύθος, που ανιχνεύει και αφηγείται την αρχή (ίδρυση) της πόλης, εξυπηρετεί την ανάγκη της κοινότητας για μια συγκεκριμένη και διακριτή πολιτική ταυτότητα, χάρη στην οποία η κάθε πόλη θα έχει την προσωπικότητά της, θα είναι ηθικό πρόσωπο, μέλος με πλήρη δικαιώματα στην κοινωνία των πόλεων. Με αυτή την έννοια, ο μύθος γίνεται πολιτική ιδεολογία και οι μυθικοί τίτλοι της πόλης προκαλούν τον αντίπαλο, τον άλλο γενικά, να υποταχθεί με τη θέλησή του, χρησιμεύουν δηλαδή στον καθορισμό των δυναμικών σχέσεων.[60] Ενδεικτική ως προς αυτό είναι η αφήγηση του Ηρόδοτου (5.79-80) για τον τρόπο με τον οποίο οι Θηβαίοι συνήψαν συμμαχία με τους Αιγινήτες λόγω της συγγένειας των ιδρυτριών των πόλεών τους: και οι δυο, Θήβη και Αίγινα, ήταν κόρες του Ασωπού.

Νερό και γονιμοποίηση σε έργα των τεχνών

Βαθιά ριζωμένες είναι οι δοξασίες για τη σημασία του νερού στην καρποφορία και τη συνέχεια της γενιάς, κάτι που επηρέαζε και τα έθιμα του γάμου (τελετουργικά λουτρά σε συγκεκριμένες πηγές) και τις πάμπολλες γενεαλογίες ηρώων από ποταμούς -μια τέτοια καταγωγή εγγυόταν γενναιότητα. Εδώ θα δείξουμε ότι η παρουσία του νερού στα έργα των τεχνών είναι δηλωτική της ερωτικής δραστηριότητας και των συνεπειών της.
Σε ερυθρόμορφο καλυκωτό κρατήρα του ζωγράφου του Τριπτόλεμου, 490-480 π.Χ., απεικονίζεται η Δανάη, καθισμένη στην κλίνη της και στηρίζοντας τα πόδια της σε σκαμνί, να δέχεται την επίσκεψη του Δία μεταμορφωμένου σε χρυσή βροχή, την ώρα που εκείνη ανύποπτη δένει μια ταινία στα μαλλιά της. (Εικ. 130)Με αυτή τη μορφή ο Δίας έφτασε μέχρι τον κόλπο της Δανάης από μια χαραματιά της στέγης του υπόγειου χάλκινου θαλάμου, στον οποίο την είχε κλείσει ο πατέρας της Ακρίσιος, γιατί είχε πάρει χρησμό ότι ο εγγονός του θα τον σκότωνε. Περισσότερο συμβατικά παριστάνεται το ίδιο θέμα, όχι πια με τη φυσιοκρατική απόδοση της βροχής αλλά με την υπόνοια της παρουσίας της από μια κεκλιμένη υδρία σε βοιωτικό αγγείο του 430 π.Χ. (Εικ. 131), ενώ ανάμεσα στη φυσιοκρατία (σταγόνες που φτάνουν μέχρι τον κόλπο της Δανάης) και τη σύμβαση (υδρία) κινείται η απόδοση σε έναν άλλον βοιωτικό ερυθρόμορφο κρατήρα (410-400 π.Χ.)[61].(Εικ. 132) Τον ίδιο ρόλο του νερού βρίσκουμε και σε ψηφιδωτό από την Παλαίπαφο (τέλος 2ου-αρχές 3ου αι. μ.Χ.) με τη Λήδα και τον Δία σε μορφή κύκνου. Η απαραίτητη για τη γονιμοποίηση υγρασία υποδηλώνεται με το σιντριβάνι της αυλής· εξάλλου, ο κύκνος είναι πουλί του νερού. Από την ένωση του θεού με τη Δανάη γεννήθηκε ο Περσέας και με τη Λήδα η Ελένη και ο Κάστορας, ο ένας από τους Διόσκουρους, που θεωρούνταν θεότητες προστάτες των ναυτικών. (Βλ. και Εικ. 133, 134)
Στον κρατήρα με τον Δία και τη Δανάη ο καλλιτέχνης προσπάθησε να αποδώσει φυσιοκρατικά τη βροχή με λευκό χρώμα, όπως και ένας άλλος συνάδελφός του περίπου ενάμιση αιώνα αργότερα με λευκές βούλες. Σύμφωνα με τον μύθο, ο Δίας είχε στείλει τη βροχή, για να σβήσει τη φωτιά που είχε ανάψει ο Αμφιτρύων με τη βοήθεια του Αντήνορα, για να κάψει τη σύζυγό του Αλκμήνη, όταν ανακάλυψε την ύπαρξη άλλου άνδρα. Σύννεφα με τη μορφή κοριτσιών (Νεφέλες) παίρνουν μέρος στο έργο της κατάσβεσης, ενώ οι λευκές βούλες ίσως να υπονοούν την αιτία της αντίδρασης του Αμφιτρύωνα, δηλαδή την ένωση του Δία με την Αλκμήνη, όταν ο θεός πήρε και πάλι τη μορφή χρυσής βροχής. Από την ένωση αυτή γεννήθηκε ο Ηρακλής. (Εικ. 135)
Κλείνοντας τον κύκλο της ζωής της Αλκμήνης και του γιου της, σε ερυθρόμορφη πελίκη του ζωγράφου του Κάδμου, 450 π.Χ., παριστάνονται Νύμφες των πηγών να σβήνουν με τις υδρίες τους τις τελευταίες φλόγες από τη φωτιά που έκαψε τον Ηρακλή, ενώ ψηλά στην Οίτη από μια φούχτα στάχτες ξεπετάγεται και πάλι αναγεννημένος ο Ηρακλής, στεφανωμένος για τα καλά του έργα, μαζί με την Αθηνά που οδηγεί το άρμα που τον μεταφέρει.[62] (Εικ. 136)

Αχέρων, Κωκυτός, Πυριφλεγέθων (Η γεωγραφία του Κάτω Κόσμου)

Στην Οδύσσεια για πρώτη φορά περιγράφεται η γεωγραφία του Κάτω Κόσμου που οριοθετείται από τον ποταμό Αχέροντα, γιο της Γαίας, τιμωρημένος να ζει κάτω από τη γη, γιατί στη διάρκεια της Γιγαντομαχίας άφησε τους Γίγαντες να πιουν νερό. Σε αυτόν χύνονται ο Πυριφλεγέθων και ο Κωκυτός, το ποτάμι των κλαυθμών και παραπόταμος της Στυγός. Αχέροντας και Κωκυτός κυλούν παράλληλα με τη Στύγα, στην οποία ορκίζονται οι θεοί, «γιατί ό,τι είναι πιο παλιό είναι και πιο ιερό». Άλλοτε πάλι στη θέση του Αχέροντα εμφανίζεται η Αχερουσία λίμνη[9]. Μια παρετυμολογία του ονόματος του ποταμού τον θέλει να δημιουργείται από τη λέξη άχος = λύπη, άλγος, στενοχώρια. Αλλά θα πρέπει να είναι οι ιδιομορφίες του ποταμού της Ηπείρου που τον ταύτισαν με τον Άδη. Ο ποταμός περνά από περιοχή άγρια και σε κάποιο σημείο τα νερά του χάνονται σε βαθιά άβυσσο. Όταν ξανάβγαινε στην επιφάνεια, κάπου κοντά στις εκβολές του, σχημάτιζε ένα βρώμικο τέλμα σε ένα τοπίο καταθλιπτικό, γεμάτο καλαμιές και βούρκο.[10] Αυτή καθαυτή η ετυμολογία του ποταμού τον συνδέει γενικά με το νερό.

Τα νερά του Αχέροντα ή της Αχερουσίας όφειλαν να διασχίσουν οι ψυχές οι οποίες περίμεναν τον Χάροντα στον όρμο όπου εκβάλλει ο ποταμός, προκειμένου να περάσουν, κωπηλατώντας μόνες τη βάρκα του Χάροντα, στο Βασίλειο των Νεκρών, τις πύλες του οποίου φυλάει ο τρικέφαλος Κέρβερος. Ο Χάροντας παρουσιάζεται σαν άσχημος γέροντας με παχιά γκρίζα γενειάδα. Φορεί κουρελιασμένο πανωφόρι και στρογγυλό καπέλο (Εικ. 43, 44, 45, 46, 47). Στις τοιχογραφίες των ετρουσκικών τάφων ο Χάροντας παρουσιάζεται σαν φτερωτός δαίμων με μαλλιά ανακατεμένα με φίδια, ενώ στα χέρια κρατά διπλό ξύλινο σφυρί. Αυτό αφήνει να εννοηθεί ότι ο ετρουσκικός Χάρων στην πραγματικότητα είναι ο «δαίμων του θανάτου», εκείνος που σκοτώνει τον ετοιμοθάνατο και τον παρασύρει στον υπόγειο κόσμο. Έναν ενδιάμεσο τύπο διαμόρφωσαν οι άποικοι της Ποσειδωνίας. Ο Χάροντας διευθύνει τη νεκρική βάρκα σαν «θρανίτης των ναυτών» αλλά δεν κωπηλατεί. Δείχνεται τυραννικός και βίαιος, σαν πραγματικός υποτακτικός άλλου[11]. (Εικ. 48) Για τιμωρία που άφησε ένα ζωντανό, τον Ηρακλή, να περάσει στον κόσμο των νεκρών, υποχρεώθηκε να περάσει ένα χρόνο αλυσοδεμένος.[12]

Τελικά, ο θάνατος μοιάζει να είναι μια βουτιά του ανθρώπου από αυτόν τον κόσμο στον άλλον, και αυτή η βουτιά παριστάνεται σε τοιχογραφίες από τον τάφο του Κυνηγιού και του Ψαρέματος η μία, του Βουτηχτή η άλλη, μια απαράμιλλη τεχνική κατάδυση, όχι ένα παιγνίδι ζωής αλλά βουτιά στον άλλον κόσμο [ Eικ. 49, 50]. Ο Emanuele Greco, περιγράφοντας τη γραπτή διακόσμηση στο εσωτερικό μέρος της καλυπτήριας πλάκας του Τάφου του Βουτηχτή, σημειώνει τα εξής:

«[…] ζωγράφισαν τη σκηνή ενός νέου που βουτάει, υπερπηδώντας μια κατασκευή, σε μικρό κύκλο νερού, τον οποίο περιβάλλουν δύο δενδρύλλια. Είναι προφανής η νεκρική υποδήλωση […]. Το μνημείο που απεικονίζεται ερμηνεύεται ως η πύλη του Άδη και ταυτόχρονα ως όριο του γνωστού κόσμου, οπότε η βουτιά συμβολίζει το πέρασμα στον άλλον κόσμο, κατ” εξοχήν άγνωστο, ο οποίος βρίσκεται πέρα από τα όρια της γνώσης».[13]

Σαν βουτιά θανάτου, έστω και μόνο κατά τη διάρκεια της ημέρας, μπορούμε να εκλάβουμε την κατάδυση των αστεριών που σε ερυθρόμορφο καλυκωτό κρατήρα του 435 π.Χ. με τη μορφή παιδιών βουτούν στη θάλασσα με την ανατολή του Ήλιου.

Στις όχθες των ποταμών του θανάτου περνά ο Ορφέας επτά μέρες νηστείας, θρηνώντας για τον οριστικό χαμό της συζύγου του Ευρυδίκης (Οβ., Μεταμορφώσεις Χ, 52 κ.ε.).

Σε αργυρό πινάκιο γύρω στα 350 μ.Χ., όταν ήδη η νέα θρησκεία του χριστιανισμού κάνει πια δυναμικά εμφανή την παρουσία της, ο καλλιτέχνης προσωποποιεί τις ποτάμιες θεότητες Στύγα και Αχέροντα σε μια παράσταση εμβαπτίσματος του Αχιλλέα για πρώτη φορά μετά τη γέννησή του (Εικ. 51). Μοιάζει η παλιά θρησκεία να αντιτάσσει το δικό της θεόπαιδο στο θεϊκό παιδί της καινούριας θρησκείας, ενώ οι προσωποποιήσεις των συγκεκριμένων υδάτων δεν νομίζουμε ότι είναι τυχαίες.[14] Δεν είναι μόνο ότι αποτυπώνεται η μυθική πραγματικότητα -σε ποια νερά έγινε η εμβάπτιση και σε ποιο μέρος βασίλεψε ο Αχιλλέας (η Ήπειρος υποδηλώνεται με τον Αχέροντα)- αλλά ότι εμβαπτίζεται σε ό,τι θεωρούνταν στην παλιά θρησκεία ως το πιο παλιό (Στύγα), άρα και πιο ιερό, για να γίνει αθάνατος. Πρόκειται άραγε για προσπάθεια να δειχθεί ότι και η παλιά θρησκεία θα παραμείνει αιώνια; (Εικ. 53· πρβλ. Εικ. 52)

Σε δύο ακόμη παραστάσεις εικάζεται η παρουσία του προσωποποιημένου Αχέροντα. Σε ετρουσκικό κρατήρα, β” μισό του 4ου αι. π.Χ., εμφανίζεται σαν δαίμονας με φτερά που κρατά στα χέρια του φίδια. Ωστόσο, δεν αποκλείεται να μην πρόκειται για παράσταση του Αχέροντα αλλά του Χάροντα. (Εικ. 54, 55) Πιο πιθανή είναι η ταύτιση σε τοιχογραφία από σπίτι στο λόφο Esquilino στη Ρώμη που απεικονίζει την άφιξη του Οδυσσέα στον Άδη (40 π.Χ.). Οι σύντροφοί του θυσιάζουν τους αμνούς, ενώ ο ίδιος κρατάει μακριά τις ψυχές των νεκρών αφήνοντας μόνο τον Τειρεσία να περάσει. Ο Αχέροντας, ο Πυριφλεγέθων και ο Κωκυτός προσωποποιημένοι βρίσκονται ανάμεσα στα βράχια και στην πυκνή υδρόβια βλάστηση. (Εικ. 56)

Πηγή:
Πατήστε εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.