Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2014

Χάρις Αλεξίου: «Δεν είμαι καθόλου σοβαρή πια»

























Η ερμηνεύτρια επιστρέφει στις μικρές σκηνές και μιλάει στο BHmagazino για λάθος επιλογές, για τον έρωτα που είναι πάντα στη γωνία και για τους ανθρώπους που έχει προδώσει

«Θέλω να τραγουδήσω και να βγάλω τα σπλάχνα μου». Η Χάρις Αλεξίου έχει άγριες διαθέσεις. Ετοιμη να κατέβει από τις σκηνές που μοιάζουν με βωμούς λατρείας, έτοιμη να ξεχάσει για λίγο τα στάδια και τις βελούδινες αυλαίες, έχοντας προσθέσει στο ασταμάτητο τρένο που είναι η καριέρα της ένα βαγόνι, το τελευταίο της άλμπουμ, με τίτλο «Η τρίπλα», με τραγούδια που απαιτούν ψυχή, πάθος και τους στίχους τους να ακούγονται καθαρά και δυνατά. Και θέλει να μιλήσει για την αίσθηση ελευθερίας που έχει πια ανάγκη, για το πώς απενοχοποίησε την έλλειψη στυλιζαρίσματος, για τις επιπτώσεις που είχε κάθε επιλογή της. Για το πώς έπαψε πια να τα παίρνει όλα στα σοβαρά.

Πείτε μου κάτι που σας ξετρέλανε πρόσφατα, κυρία Αλεξίου... 

«Πήγα τις προάλλες και άκουσα τον Σωκράτη Μάλαμα και έλιωσα. Μου επιβεβαίωσε ακόμη μία φορά ότι καλά έκανα και τον αγάπησα αυτόν τον άνθρωπο. Δεν ακούμπησα την πλάτη μου στη ράχη του καθίσματος ούτε λεπτό».

Εσείς ετοιμάζεστε τώρα για περιορισμένο αριθμό εμφανίσεων σε έναν σχετικά μικρό χώρο. Το επιβάλλει η εποχή ή κάποια δική σας ανάγκη; 

«Από μια δική μου ανάγκη ξεκινάνε όλα. Ηθελα επιτέλους να βρεθώ σε απόσταση αναπνοής από τον κόσμο, να τους κοιτάζω στα μάτια και να μην τους φαντάζομαι, να επικρατήσει μια συνθήκη ελευθερίας. Νομίζω ότι την έχουμε κατακτήσει με αυτή τη σύνθεση της μπάντας. Συμβαίνει κάτι πολύ ωραίο που το νιώθω στις πρόβες και αγωνιώ να συμβεί και στις παραστάσεις. Ξέρετε, πάντα υπάρχει ένα δέος από την πλευρά των μουσικών όταν πρόκειται να παίξουν με έναν τραγουδιστή με πείρα και όνομα. Εχουμε προσπαθήσει να το αποβάλουμε αυτό και να παίξουμε ως μπάντα».

Αυτή η αίσθηση παιχνιδιού που μοιάζει να χαρακτηρίζει τις επικείμενες παραστάσεις σας – έτσι όπως τις περιγράφετε τουλάχιστον – σας φέρνει στον νου το ξεκίνημά σας; Τότε που δεν είχατε τίτλους να υπερασπιστείτε και απλώς τραγουδούσατε; 

«Το σκεφτόμουν παλαιότερα αυτό. Πώς θα μπορέσουμε να ανακτήσουμε την παλιά μας αθωότητα. Ξέρω πια ότι δεν γίνεται, γιατί δεν είμαστε πλέον αθώοι, αλλά, όταν επιτρέπεις στον εαυτό σου να ζει μέσα στην ανασφάλεια, τότε μπορεί και να ξεπεράσει τα όριά του. Η ασφάλεια φτιάχνει ένα κάδρο που σε περιορίζει. Αναρωτιόμουν συχνά μήπως είμαι άλλη από αυτή που αγαπούν και φοβόμουν, ωστόσο είναι υπέροχο να αποφασίζεις να πάρεις ένα ρίσκο και να βλέπεις ότι τελικά άξιζε τον κόπο. Αφήστε που νομίζω ότι όποια ρίσκα και αν πήρα μου βγήκαν τελικά σε καλό, όχι ότι δεν έχω κάνει λάθη, προς Θεού, άνθρωπος είμαι».

Θα θέλατε δηλαδή να αφήσετε χώρο και στα λάθη τώρα; 

«Κοιτάξτε, όταν είναι όλα καλά προβαρισμένα και σχεδιασμένα, δεν βλέπουν τελικά οι θεατές μια πλήρη εικόνα μας, αγαπάμε πολύ περισσότερα πράγματα από όσα τελικά δίνουμε. Χάνονται το χιούμορ, οι σκοτεινές, οι φωτεινές μας πλευρές, τα καλαμπούρια μας... Ο μικρός χώρος μού επιτρέπει να ξεδιπλώσω περισσότερες πλευρές του εαυτού μου. Μπορεί να υπάρχει μια αφορμή, που είναι το τελευταίο μου άλμπουμ, “Η τρίπλα”, όμως ακόμη και αυτά τα τραγούδια θα τα παίξουμε αλλιώς. Το να έχεις το ούτι, το σαξόφωνο, το κλαρίνο, το κοντραμπάσο, 20 διαφορετικά όργανα, αλλάζει τον ήχο. Θέλω τώρα να υπηρετήσω την εσωτερική μου ανάγκη να παίξω χωρίς στυλιζάρισμα, χωρίς αυτό που έχεις πάντα στο μυαλό, να έρθει δηλαδή ο κόσμος και να ακούσει αυτό που ξέρει από μένα».

Σας έχουν καταδικάσει στο παρελθόν για προδοσία όποτε εμφανιζόσασταν με διαφορετικό ρεπερτόριο... 

«Μα, είχαν δίκιο! Εχω κάνει τόσο πολλά διαφορετικά πράγματα... Οσοι με αγάπησαν για το ένα από αυτά, δίκιο είχαν οι άνθρωποι που γκρίνιαζαν όταν με έβλεπαν να αλλάζω κατεύθυνση».

Μεγάλο ρίσκο στην καριέρα σας ποιο ήταν; Η κυκλοφορία του «Δι’ ευχών»; 

«Ναι, για μένα όμως την ώρα που το έκανα δεν ήταν ρίσκο. Είναι σαν να ερωτεύεσαι πολύ δυνατά, πολύ βαθιά και να τα παίζεις όλα για όλα. Δεν μπορώ να θυμηθώ τι ήταν ρίσκο και τι δεν ήταν. Ισως το “Βύσσινο και νεράντζι”, όπου θέλησα με νεότερους μουσικούς να κάνω παραδοσιακά τραγούδια – συνεργάστηκα βέβαια με ανθρώπους που είχαν αυτή την καταγωγή, αυτή τη ρίζα. Ηθελα, όμως, να το κάνω και το έκανα. Ισως το “Η αγάπη θα σε βρει όπου και να ’σαι” θα μπορούσε κάποιος να το πει ριψοκίνδυνη κίνηση. Ολες οι δουλειές έχουν κάτι που δεν σε αφήνει να νιώθεις σίγουρος για αυτό που δίνεις στον κόσμο. Μπορεί να κάνεις μετά μια δουλειά που να έχει όλες τις προδιαγραφές να πάει καλά και να μην περπατήσει».

Οπως το «Το παιχνίδι της αγάπης», ας πούμε; 

«Δεν θα έλεγα ότι ήταν ασφαλής κίνηση από πλευράς μου αυτό το άλμπουμ. Πρόκειται για έναν από τους πιο αγαπημένους μου δίσκους και νιώθω ενοχικά απέναντί του επειδή δεν τον υποστήριξα όσο του άξιζε. Ξέρετε, όχι μόνο εγώ, αλλά όλοι οι τραγουδιστές δεν ακούμε τους δίσκους μας, ακούμε άλλα πράγματα. Σας διαβεβαιώ ότι το άλμπουμ αυτό το ακούω συχνά και αισθάνομαι πολύ ωραία. Αυτό που έχω καταλάβει, αυτό που συμβαίνει μάλλον, είναι ότι υπάρχουν τραγούδια που τα ηχογραφείς και είναι τραγούδια ακρόασης, όχι τραγούδια για live. Οι ζωντανές εμφανίσεις απαιτούν κομμάτια τα οποία διαθέτουν μια ενέργεια που να καλύπτει αποστάσεις. Γι’ αυτό χαίρομαι αυτές τις εμφανίσεις, γιατί δεν είναι ανάγκη να βασιστώ στις σιγουριές μου, ούτε χρειάζομαι παραγωγές και φώτα. Θέλω να ακούσω την ώρα που σέρνεται το δάχτυλο πάνω στη χορδή του κοντραμπάσου, αυτόν τον ήχο, ή το τρίξιμο της κιθάρας, αυτά που είναι τελικά “the real thing”».

Θα προσπαθήσετε να αποκαταστήσετε στη συνείδηση του κοινού κάποιο τραγούδι σας που θεωρείται αδικημένο; 

«Οχι, διότι δεν ήθελα να βάλω πολύ μυαλό σε αυτό το πρόγραμμα. Δεν θέλω να υπάρχει μια συγκεκριμένη πρόθεση. Θέλω να παίξουμε. Λέω, ας πούμε, ένα δημοτικό τραγούδι και είναι σαν να είσαι σε πανηγύρι στην Πελοπόννησο, και λέω και ένα άλλο που είναι εντελώς αγνώριστο. Ή που θα γίνει ωραία πλάκα ή που θα τους απογοητεύσουμε όλους. Οταν, όμως, βλέπω ότι τρελαινόμαστε όλοι εκεί με αυτό που κάνουμε, λέω να, αυτό θα ήταν ένα ωραίο “Big Brother”, να μπορούσαν να δουν όλοι πόσο δημιουργική διαδικασία είναι οι πρόβες. Και μετά, ξέρετε, βάζεις τα καλά σου, υποδέχεσαι τον κόσμο και αρχίζεις να κουρεύεις πράγματα. Αυτό θα προσπαθήσουμε, όμως, να κάνουμε: ένα πρόγραμμα χωρίς κούρεμα».

Ποιος στίχος του Ρασούλη ήταν σαν γροθιά στο στομάχι όταν τον πρωτοδιαβάσατε; 

«Από το “Του έρωτα και του θανάτου”. “Θάνατε, αν με λυπηθείς, θάνατος δεν λογιέσαι. Δε θέλω ξεμωράματα, ούτε ν’ απολογιέσαι. Θάνατε, άμα σ’ έπεμψε ο Θεός για την ψυχή μου, είν’ ιερή η ώρα αυτή, μόν’ έχε την ευχή μου”. Μόνο στα πολύ παλιά παραδοσιακά τραγούδια βρίσκεις τόσο βαθιά πράγματα. Και εδώ ο Νικολόπουλος έχει κάνει σπουδαία δουλειά, έχει γίνει ένα με τον στίχο η μουσική του».

Το ίδιο τραγούδι λέει «Ερωτα μέγα εραστή και μόνε ριζοσπάστη, χτύπα ξανά την πόρτα μου κι αν είν’ κλειστή, έλα σπάσ’ τη». Θα μπορούσε πια να σας σπάσει την πόρτα ο έρωτας; 

«Λέτε; Γιατί όχι; Δεν σε ρωτάει ποτέ. Απλώς μπουκάρει».

Το ίδιο συμβαίνει και με την έμπνευση; 

«Το ίδιο. Τα τραγούδια τα δικά μου έρχονται σε απίθανες στιγμές, εκεί που δεν τα περιμένω, εκεί που είμαι ήσυχη και απολαμβάνω την ομορφιά της ημέρας. Πάντοτε εξαπίνης με καταλαμβάνουν, με αιφνιδιάζουν».

Για τι μιλάει το πιο πρόσφατο τραγούδι που έχετε γράψει εσείς; 

«Μιλάει για την περιπέτεια του μυαλού και για το πόσο χαζοί μπορεί να γίνουμε όταν του δίνουμε προτεραιότητα. Χρειάζεται πάντα λίγη λογική, αλλά όχι και να γίνουμε σκλάβοι του μυαλού».

Την επιτυχία πώς την ορίζετε; Ως αγάπη; Ως αποδοχή; 

«Θα σας απαντήσω αλλιώς. Ενα χάρισμα μου έδωσε ο Θεός και επειδή το ζω με τον κόσμο εισπράττω την αγάπη του. Ενώνεται ο κόσμος με αυτό που αγαπάω εγώ και δεν υπάρχει ωραιότερο πράγμα από το να σε αγαπούν για αυτό που αγαπάς κι εσύ».

Μαθαίνουμε περισσότερα από τον πόνο ή από τη χαρά; 

«Και από τα δύο μαθαίνουμε. Ομως με τον πολύ πόνο υπάρχει ο κίνδυνος να γίνεις πολύ κακός άνθρωπος, να σε αναισθητοποιήσει».

Εχετε κάνει θυσίες για να είστε η Χάρις Αλεξίου; Χρειάστηκε, ας πούμε, να διαφυλάσσετε την ιδιωτικότητά σας; 

«Μου ακούγονται λίγο βαριά όλα αυτά. Κάθε επιλογή έχει και τις συνέπειές της. Δεν ξέρω αν έχω κάνει εγώ θυσίες. Εχω ίσως θυσιάσει ανθρώπους. Θα μπορούσα να ήμουν πιο πολύ κοντά στον γιο μου. Είναι μια μεγάλη ενοχή μου αυτή. Τώρα, σχετικά με την ιδιωτικότητα. Πάντα έκανα μια ζωή μοναχική, αυτή η μοναχικότητα με στέλνει στον ουρανό, αλλά με στέλνει και στον Αδη. Μπορεί να σε κάνει πολύ δημιουργικό, να σκεφτείς, να διαβάσεις, να συνθέσεις, να ακούσεις μουσικές με τις οποίες δεν θα είχες έρθει σε επαφή αν ήσουν σε ένα συνεχές νταλαβέρι ζωής. Τώρα, όμως, βλέπω τα πράγματα πιο ανάλαφρα, αυτοσαρκάζομαι, πειράζω και τους άλλους. Μακάρι να με κρατήσουν τα χρόνια που έρχονται σε αυτή τη διάθεση, να μην παίρνω στα σοβαρά ό,τι δεν έχει σημασία. Η δουλειά μας μάς κάνει πολύ εγωκεντρικούς. Ο κόσμος γύρω μας χάνεται και εμείς χάνουμε την ουσία. Δεν θέλω να είμαι πια έτσι».

Για τι μαλώνετε πιο συχνά με τον γιο σας; 

«Για τη σοβαρότητά του. Είναι πολύ σοβαρός και εγώ πια δεν είμαι καθόλου. Στην ηλικία του και εγώ τα έπαιρνα όλα πολύ βαριά βέβαια. Μπορεί κάποια στιγμή να συντονιστούμε».

Μπορεί να υπάρξει ιδεαλισμός στην εποχή μας; 

«Η δική μου γενιά είχε ως πρότυπο πολύ σημαντικές μορφές που χάραζαν έναν δρόμο. Περάσαμε από μια σκληρή Δεξιά, ζήσαμε τη χούντα, υπήρχε ένα όραμα: πώς θα ήμασταν πιο ελεύθεροι και τι θα κάναμε για αυτό. Υπήρχαν, όμως, πρόσωπα που μας καθοδηγούσαν. Ο νέος πάντα θέλει έναν οδηγό, ο ιδεαλισμός δεν έρχεται από μόνος του. Οταν ζεις σε μια τόσο σάπια κοινωνία, σε ένα σάπιο σύστημα, ποιος θα δώσει το φως; Η νεότερη γενιά γαλουχήθηκε με την εντύπωση ότι επιτυχία είναι να βγάλεις φράγκα, ότι όραμα είναι να γίνεις ένας στυγνός τεχνοκράτης, αυτό θα κυνηγήσεις. Για ποιον ιδεαλισμό να μιλήσουμε; Πλέον, δεν μπορεί ο κόσμος να πάει στον γιατρό, είναι τόσο αισχρό αυτό, που σε παραλύει. Είμαστε πιο ευάλωτοι από ποτέ, χωρίς Υγεία και χωρίς Παιδεία. Μιλάμε για αξιοπρέπεια και δεν υπάρχουν δουλειές». 

**Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.