Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2014

Μαρινέλλα: Περνώντας τα χρόνια, πρέπει να μάθεις να σέβεσαι τον εαυτό σου.

















Απογευματάκι στο Παλλάς, δεν περνάει μέλος του θιάσου χωρίς να ανταλλάξει μαζί της μια αγκαλιά, ένα φιλί και μια ατάκα. Με αυτή τη σειρά.

Συνέντευξη στη Ναταλί Χατζηαντωνίου

Ήταν το κοριτσάκι που έκανε δεύτερη φωνή στον Καζαντζίδη. Η κοπέλα που μαυροντυμένη έβγαινε στο μιούζικαλ του Δαλιανίδη «Γοργόνες και μάγκες», για να αναχαιτίσει την ποπ αισθητική της ταινίας μ’ ένα επικό λαϊκό τραγούδι («Άνοιξε πέτρα»). Η λαϊκή τραγουδίστρια που έκανε την πρώτη της επιτυχία κατά τύχη, με ένα τραγούδι γραμμένο από τον Ζαμπέτα («Σταλιά-σταλιά»), για να το πει καταρχήν η Βουγιουκλάκη. Έγινε η Μαρινέλλα. Και αν σε κάποιον χρωστάει το γεγονός ότι όλη η Ελλάδα την έμαθε, την τραγούδησε και τη σεβάστηκε ως την κατεξοχήν κυρία του τραγουδιού, είναι καταρχήν στον εαυτό της. Για να ανατείλει το άστρο της Μαρινέλλας ρόλο έπαιξε, περισσότερο κι από τη φωνή της ή το κατά γενική ομολογία άνισο ρεπερτόριό της, πρωτίστως η προσωπικότητά της. Γι’ αυτό έχει στο ενεργητικό της καταγεγραμμένες πλήθος ανατροπές, προσωπικές και επαγγελματικές, που προκάλεσαν αλυσιδωτές αντιδράσεις στον χώρο του μουσικού θεάματος. Μέσα από τις προσωπικές επαναστάσεις της, τις καινοτομίες της, τη στάση της, την εμφάνισή της και τα τραγούδια της, εμείς φτιάξαμε το μύθο της. Και ίσως να μας φαίνεται πια τόσο μεγάλος, που να μην μπορούμε εύκολα να δεχτούμε ότι χωρά σε μια παράσταση. Κι όμως, αυτό επιχείρησε να κάνει το έργο «Μαρινέλλα. Το μιούζικαλ», των Παπαθανασίου - Ρέππα, που σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή παρουσιάζεται στο Παλλάς, με την ίδια για μια ακόμα φορά μαγική στη σκηνή.

Τελικά, αυτό το μιούζικαλ ήταν ό,τι θέλατε και φανταζόσασταν;

Μ.: Χωρίς να θέλω να παινέψω τα γένια μας, εγώ βρίσκω ότι είναι παραπάνω κι από συμπαθητικό. Έκαναν τόση δουλειά ο Ρέππας κι ο Παπαθανασίου κι ακόμα περισσότερη ο Σταμάτης… Δεν ξεκινήσαμε όμως έτσι. Είχαμε πει να κάνουμε το «Sunset Boulevard», σκοντάψαμε με τα δικαιώματα, είπαμε μετά να κάνω συναυλίες, και ύστερα, εντελώς ξαφνικά, ήρθε η ιδέα στον Σταμάτη να ξετυλίγονται ιστορίες μέσα από τα τραγούδια.

Εγώ πάλι νομίζω ότι κανείς δεν μπορεί να διαχειριστεί απολύτως τον μύθο σας.

Μ.: Δεν ξέρω αν είμαι μύθος, ούτε και τι είναι μύθος. Κι ύστερα, εδώ είμαστε μια «οικογένεια». Στην οικογένεια οι μύθοι καταργούνται.

Όπως και να ’χει, σας έβλεπα και σκεφτόμουν ότι στη σκηνή, προτού καν τραγουδήσετε ή κινηθείτε, εκπέμπετε αυτή την ιδιαίτερη και απροσδιόριστη αύρα που μας κάνει να λέμε πως κάποιος «το ’χει».

Μ.: Οι καινούργιες ορολογίες δεν μου αρέσουν καθόλου. Τι θα πει «το ’χεις»; Δεν το καταλαβαίνω. Ούτε ξέρω τι έχω και τι δεν έχω. Το μόνο που είχα πάντα ήταν αυθορμητισμό και ειλικρίνεια.

Εγώ εννοούσα το ταλέντο. Και μια που αποδεδειγμένα το ’χετε, αναρωτιόμουν τι περισσότερο κομίζει σ’ αυτό μια τέτοια παράσταση από τα σόου που κάνατε στα κέντρα.

Μ.: Το κέντρο όπου ο θεατής πίνει, καπνίζει, κουβεντιάζει είναι άλλο πράγμα. Εκεί την κάνεις και λίγο λούφα και παραλλαγή, για να μιλήσω κι εγώ με τις νέες ορολογίες. Εδώ, αν δεν είσαι προσεκτική, κάηκες. Γιατί ο κόσμος πλήρωσε για να δει ένα θέαμα. Οπότε τα λάθη δεν επιτρέπονται.

Έχετε συγκινητική σταθερότητα στους συνεργάτες σας. Αλλά δεν είχατε ποτέ την ανάγκη να χρησιμοποιήσετε, Έλληνες ή ξένους, εκπροσώπους μιας πιο σύγχρονης αισθητικής, όπως είναι λ.χ. ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, ώστε να φέρετε κοντά σας και νεότερο κοινό;

Μ.: Μα, παλιότερα το έκανα. Το ’88, εγκαινιάζοντας με τον Σταμάτη το Ρεξ ως χώρο για μιούζικαλ και μουσικό θέατρο, είχαμε φέρει από το Λας Βέγκας τον αμερικανό χορογράφο Ναβάρο, με ένα εκπληκτικό μπαλέτο, προτού καν να τολμήσει κανείς να σκεφτεί να φέρει στην Ελλάδα ξένο χορογράφο. Μήπως όμως δεν έχουμε και πολύ σπουδαίους έλληνες καλλιτέχνες; Γιατί να φέρνουμε άλλους από το εξωτερικό; Από ξενομανία;

Και τότε και τώρα, η φωνή σας δεν αμφισβητήθηκε ποτέ. Ένα κομμάτι του ρεπερτορίου σας όμως...

Μ.: Ένα κομμάτι; Ποιο απ’ όλα; Άντε καλέ! Έχω πει εγώ σαχλαμάρες! Έχω πει χαζά τραγούδια, πολλά! Αλλά άκουσε να σου πω κάτι. Έχουμε τραγουδιστές που έχουν πει θησαυρούς. Μοσχολιού, Μπιθικώτσης, Κόκοτας, Καζαντζίδης, αν κι εκείνος έχει πει και πολλά κλαψούρικα, Χαρούλα, Νταλάρας. Ωραίο ρεπερτόριο! Ζηλευτό! Κι όμως, μέσα σ’ όσα είπαν έχουν πει και «πατάτες». Δεν γίνεται αλλιώς. Βέβαια, μπορεί εγώ να είπα περισσότερες από τους άλλους. Αλλά κατόρθωσα ακόμα και τα όχι και τόσο πολύ καλά τραγούδια να τα περάσω μέσα από εμένα. Προσπαθούσα πάντα να μη σας ξεγελάσω και να σας πω ότι «το σ’ αγαπώ λέγεται με πολλούς τρόπους, γιατί είναι ωραία λέξη». Αυτό έκανα στην καριέρα μου: Ένα «σ’ αγαπώ» είπα πάντα.

Αν δεν είχατε τότε, που υπήρχαν περισσότερα τραγούδια, ρεπερτόριο αντάξιό σας, τώρα τι κάνετε;

Μ.: Μα έχουμε καλούς συνθέτες και στιχουργούς. Ο Θεοφάνους, δεν είναι καλός συνθέτης; Αλλά κι αυτόν, όπως και τον Φοίβο, τον έφαγαν τα πολλά γράψε γράψε. Πιέζουν οι εταιρείες: «Γράψε κάνα τραγουδάκι να γίνει σουξέ». Και τα σουξέ κρατούν ένα μήνα. Γιατί πόσο ν’ ακούσεις τον... Θου Κύριε φυλακή τω στόματί μου. Πάντως, τα σουξέ δεν είναι διαρκείας. Δεν μπορεί να γραφτεί μια «Φραγκοσυριανή». Τέρμα. Ούτε «Συννεφιασμένη Κυριακή». Γι’ αυτό εμείς οι παλαιότεροι ανοίγουμε τα μπαουλάκια μας και βγάζουμε τα παλιά τραγούδια μας. Αλλά τη Χαρούλα τη χάρηκα όταν βγήκε στο Παλλάς. Γιατί και τα καινούργια που γράφει είναι πολύ ωραία. Και η Άλκηστις, δεν είναι προσεκτική, εργάτης κανονικός; Βέβαια κι αυτές μπαίνουν σιγά σιγά στον κλάδο των παλαιών.

Εσείς είχατε μια επιπλέον «ιδιότητα», φέρατε πολλές καινοτομίες. Λ.χ. ήσασταν η πρώτη που σηκώθηκε όρθια από το πάλκο ή η πρώτη που βγήκε στη σκηνή με παντελόνι. Πώς τα τολμήσατε όλα αυτά;

Μ.: Ίσως γιατί, προερχόμενη από το θέατρο όπου πρωτοβγήκα, κρατούσα μέσα μου μια θεατρικότητα. Έπειτα, ήμουν πάντα ένα τολμηρό παιδί, με ένστικτο που με καθοδηγεί ακόμα, με ντομπροσύνη κι επαγγελματισμό. Δεν έχω κοροϊδέψει άνθρωπο ποτέ. Όλα αυτά ο κόσμος τα εισπράττει. Κι όσο περνούν τα χρόνια, τόσο μετρά η κατάθεση ψυχής που έχεις κάνει.

Συνειδητοποιείτε πόσα χρόνια κάνετε αυτή την «κατάθεση»;

Μ.: Κι όμως, ώρες ώρες αισθάνομαι ότι βγήκα χθες. Και τότε βγαίνω στη σκηνή και νομίζω ότι είμαι είκοσι χρονών. Και πολύ λέω.

Και το κοινό έχει μια αειθαλή εικόνα σας. Πώς αισθάνεστε με όσες συνομήλικές σας έρχονται να σας δουν και είναι κουρασμένες από τον χρόνο;

Μ.: Άκουσε, καλή μου. Υπάρχουν άνθρωποι που γεννώνται μωρά κι άλλοι που γεννώνται γέροι. Εγώ ανήκω στην πρώτη κατηγορία. Το θέμα δεν είναι στα χαρτιά, είναι στο μυαλό και στην ψυχή. Είναι τι σου λέει η καρδιά σου. Αλλά για να το ξεκαθαρίσουμε, δεν νεάζω. Άλλο νεάζω κι άλλο νιώθω νέα. Εγώ δεν μπορώ να κάνω παρέα με μεγάλους ανθρώπους. Ενώ εδώ, που είμαι και δουλεύω με τόσα νέα παιδιά, είμαι μες στη χαρά μου. Ξέρεις τι σημαίνει αυτό; Αντλώ από αυτούς κι εκείνοι με τη σειρά τους παίρνουν από την εμπειρία μου. Κι αν είναι έξυπνοι αρπάζουν ό,τι μπορεί να τους χρησιμεύσει. Κι εγώ το ίδιο έκανα όταν βγήκα στο θέατρο. Έβλεπα πώς φερόντουσαν οι μεγαλύτεροι κι ό,τι μου άρεσε το έκανα δικό μου.

Ποτέ όμως δεν κάνατε ακρότητες για να δείξετε νεότερη. Παράδειγμα ο τρόπος που ντύνεστε.

Μ.: Περνώντας τα χρόνια, πρέπει να μάθεις να σέβεσαι τον εαυτό σου. Να καταλάβεις γιατί το μίνι που φορούσες στα 18 και στα 25 δεν πρέπει να το φορέσεις. Γιατί αν είσαι, π.χ., στα 55 και, όσο καλογυμνασμένη και να ’σαι, κυκλοφορείς με μίνι, σορτς κι έξω πόδια, τότε αρχίζεις και πέφτεις λίγο στην καζούρα. Αν ηρεμήσεις θα τα έχεις καλά με τον εαυτό σου. Θα σκεπάσεις λίγο το μπράτσο, δεν θα βγάλεις την πλάτη. Θα κάνεις ό,τι πρέπει. «Να απλώνεις τα πόδια σου μέχρι εκεί που πάει το πάπλωμα», έλεγε η γιαγιά μου. Εγώ εξτραβαγκάνς δεν μπορώ να κάνω. Ακόμα και στη σκηνή, δεν μπορώ να φορέσω κάτι για να κάνω την μπέμπα, ούτε τη λουλούδω. Τα ρούχα μου είναι ό,τι πρέπει να ’ναι για μένα και την ηλικία μου.

Εσείς θα ταπεινωνόσασταν τόσο για έναν άντρα, όπως η «Μαρία» και η «Ειρήνη», οι νεαρές ηρωίδες του έργου, που εξελίσσεται παράλληλα με την ιστορία σας;

Μ.: Στην ηλικία αυτή κάνεις πολλά. Εγώ, όταν γνώρισα τον Στέλιο ήμουν δεν ήμουν 17-18. Τώρα, σ’ αυτή την ηλικία τα κορίτσια μπαίνουν στο Πανεπιστήμιο. Εγώ είχα βγει πολύ νωρίτερα στη δουλειά. Οπότε είχα ένα στήριγμα δίπλα μου. Αλλά δέκα χρόνια μ’ έναν άντρα ωριμάζεις. Ωρίμασα κι εγώ.

Υπάρχουν όμως και γυναίκες που για να τονωθούν ή και να διαψεύσουν τον χρόνο επιδιώκουν σχέσεις με νεότερους άντρες. Εσείς;

Μ.: Πριν από πολλά χρόνια τα είχα με έναν που ήταν λίγο μικρότερός μου. Έκτοτε ποτέ. Ξέρεις όμως κάτι; Σεβόμουν πολύ κι εμένα και το παιδί μου. Είναι μεγάλη υπόθεση το παιδί σου να σ’ έχει πρότυπο. Είμαι πολύ περήφανη που έχω ένα παιδί διαμάντι.

Και γι’ αυτό δεν δώσατε δικαιώματα. Εννοώ ότι ήσασταν μια ανύπαντρη μητέρα που μεγάλωσε το παιδί της μόνη της. Τελικά μήπως οι άλλοι μας συζητούν όταν το επιτρέπουμε; Πώς τα καταφέρατε;

Μ.: Και ξέρεις πριν από 37 χρόνια τι ήταν αυτό; Ήθελε κότσια. Και το κάναμε μόνο δύο, η γλυκιά μου Έλενα Ναθαναήλ κι εγώ. Θα μου πεις, τώρα καλύτερα είναι; Ακόμα θέλει τόλμη το να κάνεις ένα παιδί χωρίς να είσαι παντρεμένη. Εγώ το έκανα και δούλευα. Κι όμως, τόσο το προφύλαξα το παιδί μου που ποτέ δεν το έβγαλα σε φωτογραφίες. Τώρα θεωρούν καμάρι τις φωτογραφίες για όλα: κοιλούμπες, γάμοι, βαφτίσια, χωρισμοί. Κάτσε, κυρά μου...

Ήταν θυσία ό,τι κάνατε;

Μ.: Θυσία; Όχι δα. Ήταν επιλογή μου. Κι απ’ την ώρα που επιλέγεις η λέξη «θυσία» διαγράφεται. «Εγώ θυσιάστηκα για σένα. Δεν παντρεύτηκα. Έκανα αυτό, έκανα το άλλο», λένε κάτι... να μην τις πω. Και δεν ντρέπονται. Δηλαδή, κυρά μου, έκανες παιδί για να είσαι δεσποτική; Για να το κάνεις σαν κι εσένα; Να του περάσεις τα κόμπλεξ επειδή εσύ δεν έγινες χορεύτρια και τώρα πρέπει να γίνει η κόρη σου; Άσε, καημένη, το παιδί να κάνει ό,τι θέλει. Μεγαλώνω ένα παιδί δεν θα πει του βάζω χαλινάρι και το πάω. Αλλά ούτε πάλι λάσκα. Γιατί σήμερα υπάρχουν κι άλλα πράγματα που με κάνουν να τρομάζω.

Δηλαδή, τι σας τρομάζει;

Μ.: Το κομπιούτερ. Καλό είναι, αλλά σε αποξενώνει. Ύστερα, δεν υπάρχει επικοινωνία και διάλογος. Εμείς καθόμασταν κάθε μεσημέρι και τρώγαμε όλοι μαζί. Κι ακόμα καθόμαστε, όσοι έχουμε μείνει. Εγώ κι η αδελφή μου, και τα Σαββατοκύριακα τα παιδιά και τα εγγόνια μας. Αλλά και καθημερινές το μεσημεριανό είναι απαραίτητο τραπέζωμα. Με παίρνει η αδελφή μου τηλέφωνο «πού είσαι, αργείς;». Διατηρούμε εκείνο το παλιό που μας έμαθαν οι γονείς μας. Θα φάμε οπωσδήποτε οικογενειακά κι επειδή είμαστε Κωνσταντινουπολίτες δυο-τρία φαγητά.

Η θέση της γυναίκας είναι σήμερα καλύτερη; ΄Η φορτωθήκαμε πολλά;

Μ.: Πάρα πολλά. Δεν το βλέπεις κι εσύ; Λες «θα κάνω ένα παιδί». Το κάνεις κι αρχίζουν σχολεία, φροντιστήρια, ντύσιμο... Κι αυτή η τηλεόραση, καταστροφή σκέτη. Ό,τι βλέπουν τα παιδιά θέλουν να το παίρνουν. Πώς να τα βγάλεις πέρα; Κι αρχίζει γκρίνια, τρέξιμο και ξαφνικά βλέπεις τη δεκαετία και φεύγει σαν τσουνάμι. «Πότε ήμουν 30 κι έγινα 40; Τι έκανα;», λες. «Πού πήγαν όλα αυτά;».

Για το μέλλον μας φοβάστε;

Μ.: Όχι. Λυπάμαι. Εγώ κάποια στιγμή θα φύγω. Λυπάμαι τα παιδιά μου, τα παιδιά τους… Καταρχήν, σε όλα υπάρχει ένας φοβερός ανταγωνισμός. «Πρόσεξε τα μόρια, αν θέλεις να περάσεις στο Πανεπιστήμιο». Παίρνουν τα παιδιά 18,5 και οι γονείς είναι δυσαρεστημένοι. Και «μάθε και γαλλικά». Κι ύστερα, μπουκώνουν τα παιδιά με χαρτζιλίκι ανεξέλεγκτα. Γιατί; Για να ’χουν την ησυχία τους; Και δεν αναρωτιούνται πού πάει ένας 15χρονος με 100 ευρώ στην τσέπη; Αλλά τι να πρωτοδιορθωθεί; Δεν βλέπεις πώς είναι η κατάσταση; Αλίμονό μας. Έβλεπα μια εκπομπή του Παπαχελά με έναν ξένο που έλεγε «η Ελλάδα να διορθωθεί; Μπα...». Έγιναν τέτοιες καταχρήσεις... μα καταλαβαίνεις;

Η Αθήνα έγινε πια μια πολυεθνική πόλη. Αυτό πώς σας φαίνεται;

Μ.: Συμβαίνει παντού. Οι μετανάστες δεν ξέρουν πού να πάνε και γίνεται παντού μπέρδεμα. Οι Φιλιππινέζοι στην Ιταλία. Οι Αλβανοί στην Ελλάδα. Οι Ρώσοι αλλού. Τι να πω; Να πω ότι φοβήθηκα χθες που πέρασα από τα στενά της Πειραιώς; Ομολογώ ότι νόμιζα πώς ήμουν σε άλλη χώρα. Δεν κατάλαβα δηλαδή γιατί πείραζε το σιντριβάνι της Ομονοίας. Ενώ τώρα είναι αυτά τα δύστυχα παιδιά και κάνουν ενέσεις μπροστά στα μάτια μας. Εκεί γίνονται όλες οι διακινήσεις. Και στο κέντρο έχουμε περιοριστεί σε ένα τετράγωνο. Αναγκαστικά έχουμε γίνει ξένοι στην πόλη μας.

Οι πολιτικοί τα αντιμετωπίζουν με την ευαισθησία που πρέπει αυτά;

Μ.: Έχουν τρελαθεί κι οι πολιτικοί. Τι να αντιμετωπίσουν; Τι από όλα; Τώρα έχουν το μεγαλύτερο καρφί: είμαστε ισόβιοι να χρωστάμε. Τι με ρωτάς για πολιτική; Δεν ξέρουμε τα τέσσερα. Δεν ξέρουμε πού πάμε.

Καταφέρατε να γίνετε σύμβολο γυναικείας χειραφέτησης χωρίς ποτέ να δηλώσετε φεμινίστρια…

Μ.: Φεμινίστρια ούτε δήλωσα ποτέ ούτε είμαι, άσχετα αν ο τρόπος που έζησα είχε κάτι. Ήμουν όμως πάντα αντάρτισσα. Ένα ατίθασο πλάσμα. Και δεν έκανα ποτέ υποχωρήσεις. Δεν πήγαινα σε κλίκες. Πήγαινα μόνη μου, με την κεφάλα μου. Μου έλεγαν: «είσαι τρελή; Θα βγεις με ανοιχτό πουκάμισο και στενό παντελόνι;». Κάποτε δεν πίστευαν ότι αυτό το κοριτσάκι θα οργώνει τη σκηνή. Αλλά σιγά σιγά όλες ντυθήκανε, όλες έφτιαξαν τα φώτα, έβαλαν καλούς μουσικούς, έβαλαν καλό ήχο.

Μα προσέχατε τα πάντα;

Μ.: Πρόσεχα τον ήχο, τα φώτα, τα τραπεζομάντιλα. Κι εξακολουθώ να τα προσέχω, επειδή υπάρχω ακόμα. Και θα υπάρχω. Και θα φύγω όταν θέλω εγώ. Δεν το λέω με εγωισμό, αλλά είναι πολύ σημαντικό να μπορείς να φύγεις όταν νιώθεις ότι το σανίδι δεν το πατάς, αλλά σε πατάει. Ε, εμένα λοιπόν το σανίδι ακόμα δεν μου ’πε «φύγε».

http://www.topontiki.gr
Δευτέρα 10 Μαϊου 2010

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.