Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2014

Μαγειρεύοντας με τη Ρίτα













Η Ρίτα Σακελλαρίου τηγάνισε μια μπριζόλα στον Γιώργο Παυριανό κι αυτός της έγραψε το «Εγώ δεν πάω Μέγαρο». Λογικό. Ο ίδιος εξηγεί στην ATHENS VOICE πώς ξεκίνησαν όλα…

Σαν αρχαίο άγαλμα της μεγάλης θεάς Σεκμέτ, σαν βασίλισσα της ζούγκλας, σαν ιερό τοτέμ κάποιας άγνωστης φυλής, η Ρίτα Σακελλαρίου κάθεται ακίνητη επάνω σε μια τεράστια χρυσοποίκιλτη πολυθρόνα. Μπροστά της απλωμένο το τομάρι μιας αρκούδας. Τα πόδια της πατάνε πάνω στο κεφάλι της αρκούδας, τα χέρια της κρατάνε με νάζι τα μπράτσα της πολυθρόνας, φοράει μια εκπληκτική τουαλέτα, είναι άψογα βαμμένη από τον Αχιλλέα Χαρίτο και τέλεια χτενισμένη από το βοηθό και φίλο της Λάκη Κορρέ που στέκεται δίπλα της και της δίνει οδηγίες: «Πιο ψηλά το σαγόνι. Έτσι μπράβο. Θεά! Θεά!».

Είναι Ιανουάριος του 1992, έχει βγει ο δίσκος του Σάκη Ρουβά με το «Πάρ’ τα!» και το «Χίλια εννιακόσια ενενήντα δύο, μαζί αυτό το χρόνο, μαζί εμείς οι δύο…» και η Ρίτα, που έχει δει τις φωτογραφίες του Σάκη, με έχει καλέσει στο σπίτι της στη Νέα Σμύρνη, για «να μιλήσουμε». Είμαι εδώ μαζί με τον παραγωγό Νίκο Καραγιάννη και περιμένω να τελειώσει η φωτογράφιση. Η θεά έχει αρχίσει να εκνευρίζεται. «Τι θα γίνει, ρε Λάκη;» λέει και χτυπάει εκνευρισμένη το πόδι πάνω στο κεφάλι της αρκούδας. «Θα τελειώνουμε καμιά φορά; Πιάστηκα! Έχω και τους ανθρώπους που περιμένουν…» «Μισό λεπτάκι, μισό λεπτάκι, Ρίτα μου, μην κουνιέσαι, τελειώνουμε» λέει με αγωνία ο Λάκης και τρέχει να της διορθώσει μια τούφα από τα μαλλιά της. Πέφτει για λίγο απόλυτη σιωπή, ακούγονται μόνο τα κλικ! από τη φωτογραφική μηχανή, η Ρίτα ποζάρει και είναι πραγματικά μια αρχαία θεά, μα ξαφνικά η θεά πατάει επάνω στο κεφάλι της αρκούδας, κατεβαίνει από το θρόνο της, πετάει τα σκουλαρίκια και λέει με τη γνωστή, τη λαϊκή, τη βραχνή φωνή: «Μωρέ, δεν πάτε στο διάολο, με έχετε εδώ πέρα όλο το μεσημέρι! Εγώ πείνασα! Πάω να μαγειρέψω καμιά μπριτζόλα!». Έρχεται κοντά μου γελαστή και όλο νάζι. «Αγοράκι, να σου κάνω το τραπέζι, να μου κάνεις το κρεβάτι;» με ρωτάει πονηρά και με τραβάει προς την κουζίνα.

«Ρε, τι κούκλος είναι αυτός; Τι παίδαρος;» λέει ενώ ετοιμάζει τις μπριζόλες στο τηγάνι. «Να μου τον γνωρίσεις. Ξέρεις αν έχει κάνα δεσμό; Καμιά γκόμενα;» «Τα έχει με μια Αγγλίδα, νομίζω». «Ρε, τι να του κάνει η Αγγλίδα; Τι να του κάνει η Αγγλίδα; Εδώ, η Ελληνίδα!» λέει όλο καμάρι και μου δείχνει το σώμα της. «Με βλέπεις; Κούκλα! Αλλά κι αυτός, πολύ ωραίο παιδί. Και ωραία τραγούδια του έχεις γράψει. Να μου γράψεις ένα να το πούμε μαζί. Εγώ κι αυτός ο παίδαρος. Θα κάνουμε μεγάλο σουξέ. Θέλεις και μια μπιρίτσα;» λέει και μου σερβίρει την μπριζόλα. «Να σου κάνω μια σαλάτα; Να σου τηγανίσω πατάτες;» «Εντάξει είμαι, Ρίτα μου, μόνο και μόνο ότι θα φάω μπριζόλα μαγειρεμένη από τα χεράκια σου, αρκεί». «Α, εγώ τον περιποιούμαι τον άντρα! Είμαι σκλάβα του. Τον θέλω να έχει φάει καλά, να είναι ευχαριστημένος. Χορτασμένος. Αλλά μετά να με περιποιηθεί κι αυτός!» λέει και γελάει με το πλούσιο, βραχνό γέλιο της.
Στη διάρκεια του φαγητού, διάφοροι άντρες, διαφορετικών ηλικιών, μπαινοβγαίνουν στην κουζίνα. «Είναι οι γιοι μου» μου εξηγεί, «τα αγοράκια μου». «Τα έχω μαζέψει όλα εδώ, σαν την κλώσα που μαζεύει τα κλωσόπουλα κάτω από τα φτερά της. Αυτοί είναι όλη μου η ζωή. Αν πάει κάποιος να μου τα πειράξει, θα έχει να κάνει μαζί μου!» λέει με νόημα. Έχω ακούσει από διάφορους ότι έχει κάνει μαύρη στο ξύλο την Κατερίνα Στανίση, που έχει δεσμό με έναν από τους γιους της, αλλά ο Νίκος Καραγιάννης με έχει προειδοποιήσει πως το όνομα Στανίση δεν πρέπει να αναφερθεί ποτέ μέσα στο σπίτι της Ρίτας, είναι ταμπού.

Τη ρωτάω για τον Ανδρέα Παπανδρέου. Ο πρόεδρος τη λατρεύει, συχνά-πυκνά την επισκέπτεται στο Can-Can, που τραγουδάει, και ρίχνει τις ζεϊμπεκιές του ή την καλεί στο Καστρί να του τραγουδήσει ιδιωτικά το «Ιστορία μου, αμαρτία μου». Είναι η εποχή του ειδυλλίου του με τη Δήμητρα Λιάνη και το τραγούδι είναι σα να γράφτηκε για την περίσταση. «Α, τον λατρεύω τον Ανδρέα» λέει ενώ μου καθαρίζει ένα μήλο. «Πολύ κιμπάρης τύπος, πολύ ευγενικός, άντρας με τα όλα του! Μαγκιά του αυτό που έκανε με τη Λιάνη. Να δεις που θα την παντρευτεί στο τέλος».

Μαζεύει τα πιάτα, τα αφήνει στο νεροχύτη, επιστρέφει, κάνει το σταυρό της. «Δόξα τω Θεώ, φάγαμε και σήμερα!» ψιθυρίζει και, επειδή βλέπει να την κοιτάζω περίεργα, «αχ! αν ήξερες τι πείνα έχω περάσει» μου λέει, «θα έγραφες ολόκληρο μυθιστόρημα». «Μες στα σκουπίδια δούλευα από παιδάκι για να βγάλω ένα μεροκάματο, να το πάω να φάμε όλη η οικογένεια. Σαν άντρας έχω δουλέψει. Πείνα και των γονέων. Και μετά στην Κατοχή…» «Ε, που τη θυμάσαι εσύ την Κατοχή;» πετάγεται ο Λάκης, που θέλει να θολώσει τα νερά σχετικά με την ηλικία της, «εσύ τότε, ήσουν μικρό κοριτσάκι!» «Κοριτσάκι, ξεκοριτσάκι, Λιολιό μου, κόντεψα να πεθάνω από την πείνα. Τα νύχια μου έτρωγα για να χορτάσω! Ευτυχώς, βρέθηκε αυτός ο άγιος άνθρωπος, ο Στέλιος Χρυσίνης, και με έβγαλε στο τραγούδι. Αυτός ήταν συνθέτης παλιός και ήταν τυφλός. Δεν μπορούσες να τον ξεγελάσεις με σκέρτσα και κουνήματα. Σε άκουγε και άμα άξιζες στο έλεγε. Εμένα με πήρε μαζί του. Τότε όλοι καθόμασταν σε καρέκλες, δεν σηκωνόταν όρθιος ο τραγουδιστής. Εμένα μου βάζανε και μια πετσέτα στα πόδια για να μη φαίνονται τα μπουτάκια μου. Όχι όπως τώρα, που μερικές-μερικές τα βγάζουν όλα στη φόρα!» λέει με ένταση και όλοι ξέρουμε ποια εννοεί.

Ο Καραγιάννης, για να αλλάξει την κουβέντα, της δίνει μια πρόσκληση για το Μέγαρο Μουσικής, που εκείνη την εποχή έχει αρχίσει να κάνει ανοίγματα στο ελληνικό λαϊκό τραγούδι. «Έχει συναυλία ο Θανάσης Πολυκανδριώτης» της εξηγεί, «να πας οπωσδήποτε. Θα είναι όλοι εκεί». «Εμένα δεν μπορεί να με καλέσει το Μέγαρο για μια συναυλία;» ρωτάει με παράπονο. «Τι ανάγκη έχεις εσύ από το Μέγαρο; Εσύ έχεις στα πόδια σου ολόκληρο Ανδρέα Παπανδρέου, ολόκληρο Προεδρικό Μέγαρο» της λέω για να την παρηγορήσω, αλλά στα μάτια της διακρίνω τη λαχτάρα του λαϊκού ανθρώπου για αναγνώριση από την «καθωσπρέπει» κοινωνία που εκπροσωπεί το Μέγαρο. «Έχω μια φίλη που δουλεύει στο Μέγαρο. Θέλεις να της μιλήσω;» «Όχι, αγοράκι μου, εγώ δεν έχω ανάγκη, γι’ αυτούς το λέω, άμα έκανα μια συναυλία θα το γέμιζα, θα τους έφερνα κόσμο, χέστηκα για το Μέγαρο, εγώ έχω τραγουδήσει στην Αμερική στο Κάρνεγκι Χολ, στα μεγαλύτερα θέατρα» λέει περήφανα και μετά χασμουριέται. «Νύστα κάνει ή εγώ νυστάζω;» ρωτάει τον Λάκη, κι αυτός μας κάνει νόημα και ψιθυρίζει «τζους!». Η ακρόαση τελείωσε.

Φεβρουάριος του 1993, μετακομίζω στην οδό Βεντήρη 9, πίσω από το Χίλτον. Μεγάλη Παρασκευή, πηγαίνοντας στον Επιτάφιο, περνάω μπροστά από το Μέγαρο. Κόσμος πολύς, άντρες με μαύρα κοστούμια και γυναίκες με γκρι ταγέρ, μπαίνουν μέσα για να παρακολουθήσουν μια συναυλία με τα «Κατά Ματθαίον Πάθη» του Μπαχ. Το θέαμα μου φαίνεται εξωγήινο. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι, αντί να πάνε στην εκκλησία, πηγαίνουν να χωθούν σε μια αίθουσα για να ακούσουν κλασική μουσική; Το Μέγαρο μου φάνηκε ξαφνικά σαν ένα τεράστιο κενοτάφιο. Έτσι, γυρίζοντας το βράδυ, έκατσα και έγραψα ένα «δύστυχο δίστιχο». Είναι δυο στίχοι που μερικές φορές γίνονται τραγούδι, αλλά τις περισσότερες παραμένουν δυο στίχοι. Γι’ αυτό το λέω «το δύστυχο δίστιχο». Έγραψα λοιπόν: «Δεν πάω κενοτάφιο, θα πάω στον Επιτάφιο». Το έβαλα στο μπλοκάκι με τα «δύστυχα δίστιχα» και το ξέχασα.

Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς στο φιλόξενο σπίτι του Σωκράτη Καλκάνη στη Βουλιαγμένη, ψάχνοντας μια μέρα ιδέες για να γράψω ένα τραγούδι για τη Ρίτα, πέφτω πάνω στο «δύστυχο δίστιχο» και με μια νευρο-χημικο-ψυχολογικο-στιχουργική διαδικασία, γράφω το «Εγώ δεν πάω Μέγαρο, θα μείνω με τον παίδαρο». Ο πρώτος που το άκουσε ήταν ο Σωκράτης. «Θα γίνει πολύ μεγάλο σουξέ» προφήτεψε ο σοφός Σωκράτης. Το ίδιο μου είπε και ο Νίκος Τερζής, που του έδωσα τους στίχους για μελοποίηση.

Αρχές Σεπτεμβρίου μπαίνω όλος χαρά στην εταιρεία και πηγαίνω κατευθείαν στο γραφείο του Νίκου Καραγιάννη, για να του παίξω το τραγούδι. «Δεν είμαι πια εγώ παραγωγός της Ρίτας» μου λέει μόλις το ακούει. «Και ποιος είναι;» «Ο Γιώργος Μακράκης». «Το τραγούδι πώς σου φαίνεται;» «Ωραίο, αλλά θα σε χτυπήσει ο Χρήστος Λαμπράκης μέσα από τις εφημερίδες του, γιατί κοροϊδεύεις το Μέγαρο». Κάνω την καρδιά μου πέτρα και πηγαίνω στο γραφείο του Μακράκη. Ακούει το τραγούδι. «Δεν είναι αυτό που θέλω. Η Ρίτα θα κάνει ένα λαϊκό δίσκο. Φτάνουν πια τα “Είναι γάτα, είναι γάτα, ο κοντός με τη γραβάτα”. Τώρα θα πει λαϊκά τραγούδια» μου λέει με ύφος. «Το τραγούδι πώς σου φαίνεται;» «Ωραίο είναι, ρε παιδί μου, αλλά θα σε χτυπήσει ο Λαμπράκης από τις εφημερίδες του, γιατί κοροϊδεύεις το Μέγαρο».

Αποφασίζω να στείλω το τραγούδι στη Ρίτα. Ξέρω από πείρα πως όταν ένας τραγουδιστής θέλει να πει ένα τραγούδι, τότε ο παραγωγός υποχωρεί. Η Ρίτα όμως με το βαθύ, λαϊκό της ένστικτο ξέρει ότι δεν πρέπει να χαλάσει τις σχέσεις της με την εταιρεία. Έτσι, όταν παίρνω τηλέφωνο να τη ρωτήσω, κρατάει επιφυλακτική στάση: «Εγώ σου είπα να μου γράψεις ένα τραγούδι να το πω μαζί με τον Σάκη, όχι να λέω για έναν παίδαρο γενικά» μου λέει. Το είχα πει του Σάκη αλλά με κοίταξε με ένα “are you talking to me?” βλέμμα και μου έκοψε την κουβέντα στη μέση. Δεν ήθελα όμως να το πω στη θεά. «Το τραγούδι πώς σου φάνηκε;» «Ωραίο, αλλά θα σε χτυπήσει ο Λαμπράκης από τις εφημερίδες του γιατί κοροϊδεύεις το Μέγαρο». Έχω αρχίσει να τα παίρνω στο κρανίο. Καλά, δεν έχει τίποτε άλλο να κάνει ο Λαμπράκης; Μέρα και νύχτα περιμένει πότε θα βγάλω το τραγούδι, για να με χτυπήσει με τις εφημερίδες του; Και γιατί το τραγούδι κοροϊδεύει το Μέγαρο; Πιάνω και, μέσω της φίλης μου, στέλνω το τραγούδι στον Χρήστο Λαμπράκη! Η απάντηση ήταν αυτή που περίμενα: Το τραγούδι δεν κοροϊδεύει το Μέγαρο, δεν θα με χτυπήσει με τις εφημερίδες του και το θεωρεί διαφήμιση. Μπορούμε να το κυκλοφορήσουμε.

Ένα χρόνο μετά, το «Εγώ δεν πάω Μέγαρο» έχει γίνει το απόλυτο σουξέ, έχει γίνει σλόγκαν, υπονοούμενο, ακόμα και κούκλα «Παίδαρος» έχει κυκλοφορήσει. Είναι το αγαπημένο τραγούδι της Δήμητρας Λιάνη-Παπανδρέου πια, όπου το Μέγαρο είναι το Προεδρικό και ο παίδαρος είναι ο Ανδρέας. Μέχρι και ο Χρήστος Λαμπράκης το χρησιμοποιεί στις ομιλίες του. Η Ρίτα με έχει καλέσει πάλι στο σπίτι της στη Νέα Σμύρνη. Είμαστε πάλι στην κουζίνα και τρώμε πάλι μπριζόλες. Της έχω φέρει στίχους. «Για πες μου τους τίτλους για να καταλάβω». «Για έλα στη δασκάλα». «Ωραίο είναι αυτό». «Έχε χάρη που είμαι κυρία». «Μμμ, καλό είναι αλλά δεν είμαι μόνο κυρία. Εγώ είμαι και του σαλονιού, είμαι και του λιμανιού». «Έρωτας μαϊμού». «Παρακάτω». «Αγάπη μου, λατρεία μου». «Συνηθισμένο». «Παντρεμένοι-χωρισμένοι». «Καλό ακούγεται αυτό. Λαϊκό είναι;» «Ναι. Θέλεις να στο διαβάσω;». «Βάλ’ το στην άκρη». «Βρε, να ζήσουν οι τσολιάδες». «Για διάβασέ μου αυτό. Τι λέει το ρεφρέν;» «Βρε να ζήσουν οι τσολιάδες, μέχρι και το τρεις χιλιάδες!» Το πιρούνι της μένει για λίγο στον αέρα, μετά σκύβει με κοιτάει έντονα και με τη βραχνή, λαϊκή φωνή της με ρωτάει: «Όλες τις μαλακίες εγώ θα τις λέω;». Ξεσπάμε και οι δύο σε γέλια. «Έχεις τίποτε άλλο;» «Ένα ακόμα. Τη συνέχεια του “Εγώ δεν πάω Μέγαρο”. Στη φύλαξα για έκπληξη». «Για λέγε…» «Είχα ορκιστεί στο Μέγαρο/ ποτέ να μην πατήσω/ μα τώρα και τον παίδαρο/ θέλω να παρατήσω/ Το σεξ μου είναι περιττό/ τίποτα δεν μου δίνει/ δεν έχει αυτό το θεϊκό/ του Μάλερ, του Πουτσίνι/ Βαρέθηκα τον παίδαρο/ λέω να πάω Μέγαρο!».

Το τρανταχτό, πλούσιο γέλιο της αντήχησε μέσα στην κουζίνα, σηκώνεται, με αγκαλιάζει και με φιλάει. «Αυτό είναι μεγαλύτερο σουξέ από το πρώτο! Περίμενε μια στιγμή!» λέει και εξαφανίζεται από την κουζίνα για λίγο. Επιστρέφει, με αγκαλιάζει ξανά, «Καλή χρονιά, αγοράκι μου! Αυτό είναι ένα δωράκι για σένα» λέει και με μια ταχυδακτυλουργική κίνηση, μου βάζει στην τσέπη ένα μάτσο χιλιάρικα…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.