Πέμπτη, 27 Φεβρουαρίου 2014

Πρωτογενές πλεόνασμα και εικονικό success story


















Γράφει
ο Σταύρος Λυγερός

Η ΣΥΝΕΧΙΖΟΜΕΝΗ αύξηση της ανεργίας είναι η κραυγαλέα διάψευση της κυβερνητικής ρητορικής. Κι αυτό, επειδή αντανακλά τη δραματική κατάσταση της πραγματικής οικονομίας. Δεδηλωμένος στόχος του μνημονίου ήταν να ξαναστήσει την οικονομία στα πόδια της. Αντ’ αυτού, συνεχίζει να συσσωρεύει οικονομικά και κοινωνικά ερείπια. Οπως επισημαίνεται σε έκθεση του Ευρωκοινοβουλίου, η τρόικα συμπεριφέρθηκε σαν χασάπης κι όχι σαν χειρουργός.

Σ’ αυτό το καταθλιπτικό περιβάλλον, η κυβέρνηση Σαμαρά προσπαθεί να επικαλύψει το ναυάγιο, μετατρέποντας προπαγανδιστικά το πρωτογενές πλεόνασμα σε απόδειξη του success story. Οταν το Δημόσιο χρωστάει πάνω από έξι δισ. σε ιδιώτες, έστω κι αν αυτά τα χρέη έρχονται από προηγούμενα έτη, το πρωτογενές πλεόνασμα θα είναι πλασματικό. Ακόμα, όμως, κι αν αποδεχθούμε ότι είναι πραγματικό, ο τρόπος που προέκυψε δεν επιτρέπει πανηγυρισμούς.

Οι δημόσιες δαπάνες στην Ελλάδα (ως ποσοστό του ΑΕΠ) δεν αποκλίνουν από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το πρόβλημα εδώ είναι ποιοτικό. Κατά κανόνα, έχουν πολύ μικρότερη απόδοση από όσο στην υπόλοιπη Ευρώπη. Οι βασικές αιτίες είναι η εκτεταμένη διαπλοκή και διαφθορά, η σπατάλη και η επιβίωση αντιπαραγωγικών κι ανορθολογικών καταστάσεων στον δημόσιο τομέα. Ακόμα και οι κοινωνικές δαπάνες δεν πηγαίνουν σ’ αυτούς που πραγματικά τις έχουν ανάγκη.

Το ζητούμενο ήταν εστιασμένες παρεμβάσεις με σκοπό την εξυγίανση, τον εξορθολογισμό και τον εκσυγχρονισμό δομών και λειτουργιών. Μία τέτοια πολιτική είχε τα περιθώρια όχι μόνο να εξοικονομήσει σημαντικούς πόρους, αλλά και να ανασυγκροτήσει παραγωγικά τον δημόσιο τομέα. Αντ’ αυτού, οι μνημονιακές κυβερνήσεις κατά κανόνα κατέφυγαν στην εύκολη λύση των οριζόντιων περικοπών: δραστική συρρίκνωση μισθών, συντάξεων και κοινωνικών παροχών, αλλά και ακρωτηριασμός κρίσιμων λειτουργιών του κράτους.

Στο επίπεδο των δημοσίων εσόδων, το χρόνιο πρόβλημα είναι η υστέρησή τους (ως ποσοστό του ΑΕΠ) σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, η οποία οφείλεται σε δύο βασικές αιτίες: Η πρώτη είναι η εκτεταμένη φοροδιαφυγή κυρίως των αυτοαπασχολούμενων, των ελευθέρων επαγγελματιών και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Η δεύτερη αιτία είναι οι εκτεταμένες φοροαπαλλαγές και η απροθυμία φορολογικού ελέγχου μεγάλων επιχειρήσεων και ανώτερων εισοδηματικών στρωμάτων.

Οι μνημονιακές κυβερνήσεις απέφυγαν να κάνουν εστιασμένες παρεμβάσεις εκεί που υπάρχει αναλογικά μειωμένη συμμετοχή στα φορολογικά βάρη. Κατέφυγαν στην εύκολη λύση: στην οριζόντια υπερφορολόγηση που πλήττει κυρίως τη βάση της οικονομικής πυραμίδας. Ο χειρισμός της λίστας Λαγκάρντ είναι μία σαφής ένδειξη ότι η ανοχή έναντι των πλουσίων συνεχίζεται ακόμα και στις συνθήκες της κρίσης.

Η υπερφορολόγηση συνδυάσθηκε με το γεγονός ότι το κράτος επιστράτευσε την εξουσία του αφενός για να αφαιρεί από τους τραπεζικούς λογαριασμούς των φορολογουμένων τα ποσά ληξιπρόθεσμων οφειλών τους, αφετέρου για να απειλεί όσους δεν πληρώνουν με φυλάκιση. Είναι προφανές ότι σ’ αυτές τις συνθήκες ο φορολογούμενος αναγκάζεται να θέσει σε προτεραιότητα την πληρωμή των οφειλών του προς το Δημόσιο.

Η μη κατάρρευση των δημοσίων εσόδων σε συνθήκες τέτοιας ύφεσης οφείλεται σ’ αυτές τις πρακτικές. Για πόσο όμως; Τα δημόσια έσοδα είναι βιώσιμα μόνο όταν προέρχονται από μία λογική και δίκαια κατανεμημένη φορολόγηση των εισοδημάτων και της κατανάλωσης, εάν δηλαδή προέρχονται κυρίως από τον παραγόμενο πλούτο.

Ρουφώντας τη ρευστότητα από την αγορά, το Δημόσιο στραγγαλίζει την πραγματική οικονομία. Οι επιχειρήσεις ασφυκτιούν από την έλλειψη ρευστότητας και πολλές καταρρέουν. Η δραστική μείωση των εισοδημάτων, σε συνδυασμό με τα πρόσθετα φορολογικά βάρη ροκανίζουν τις αποταμιεύσεις των νοικοκυριών.

Οι πιο αδύναμοι κρίκοι της αλυσίδας έχουν σπάσει ή είναι έτοιμοι να σπάσουν. Ολοένα και περισσότεροι μικρομεσαίοι διολισθαίνουν κάτω από τα όρια της φτώχειας. Το γεγονός αυτό αναπόφευκτα πολλαπλασιάζει όχι μόνο τα «κόκκινα» δάνεια των τραπεζών, αλλά και τις ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο. Η ρύθμιση των χρεών σε μεγάλο αριθμό δόσεων είναι μία ανάσα, αλλά στην πραγματικότητα μεταθέτει χρονικά το πρόβλημα.

Δημόσια οικονομικά και πραγματική οικονομία

ΠΟΛΛΟΙ επικαλούνται το γεγονός ότι τα ελληνικά νοικοκυριά διαθέτουν ακίνητη περιουσία. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι λόγω της επί δραχμής συναλλαγματικής ανασφάλειας, οι Ελληνες επένδυαν παραδοσιακά σε ακίνητα. Η ρευστοποίηση ακίνητης περιουσίας, όμως, δεν προσφέρει πλέον αξιοπρεπή διέξοδο. Ο βαρύτατος ενιαίος φόρος για τα ακίνητα, που στην πραγματικότητα ισοδυναμεί με έμμεση σταδιακή δήμευση, έχει ουσιαστικά παγώσει τη σχετική αγορά, οδηγώντας τις τιμές σε κατρακύλα.

Ολα τα παραπάνω επιβεβαιώνουν ότι δεν μπορεί τα δημόσια οικονομικά να είναι υγιή όταν η πραγματική οικονομία ασφυκτιά και συρρικνώνεται. Η λεηλασία της ιδιωτικής περιουσίας, μέσω της υπερφορολόγησης, μόνο προσωρινά λύνει το δημοσιονομικό πρόβλημα.

Υπενθυμίζουμε ότι ο Προϋπολογισμός του 2014 προβλέπει περαιτέρω μειώσεις δαπανών. Αν κρίνουμε από το παρελθόν, θα έχουμε περαιτέρω κατεδάφιση του Κοινωνικού Κράτους, παρότι σήμερα είναι πιο αναγκαίο παρά ποτέ. Προβλέπει επίσης περαιτέρω αύξηση των δημοσίων εσόδων. Από πού, άραγε, θα προκύψουν; Ακόμα και εάν επιβεβαιωθεί η πρόβλεψη για οριακή αύξηση του ΑΕΠ το 2014, και πάλι δεν αρκεί για να εξασφαλίσει τα προβλεπόμενα έσοδα. Με άλλα λόγια, θα αντληθούν από τους νέους φόρους.

Διέξοδο από τον φαύλο κύκλο και βιώσιμη λύση στο δημοσιονομικό πρόβλημα μπορεί να προκύψει μόνο εάν η πραγματική οικονομία αποκτήσει αναπτυξιακή δυναμική. Η κυβέρνηση Σαμαρά μιλάει για ανάπτυξη, αλλά η πολιτική της κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η κατάρρευση της εσωτερικής ζήτησης, η υπερφορολόγηση, η έλλειψη τραπεζικών δανείων, το υψηλό κόστος του χρήματος, η συχνή αλλαγή των κανόνων, η κάθε είδους κρατική αυθαιρεσία και βεβαίως το μη βιώσιμο δημόσιο χρέος είναι αντικίνητρα για παραγωγικές επενδύσεις μεγάλης κλίμακας.

Σ’ αυτά προστίθεται η πολιτική αβεβαιότητα, λόγω των ανατροπών που πιθανότατα θα προκύψουν στις επόμενες εκλογές. Η έξοδος της Ελλάδας από την ευρωζώνη δεν ήταν ποτέ τόσο πιθανή όσο το επόμενο διάστημα. Οχι επειδή θα την επιδιώξει ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά επειδή πιθανώς να προκύψει ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης με το ευρωιερατείο, λόγω της προσπάθειας απεγκλωβισμού από τις μνημονιακές δεσμεύσεις.

http://www.real.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.