Τρίτη, 18 Φεβρουαρίου 2014

Η τελευταία συνέντευξη του Ευγένιου Σπαθάρη

















Η διώροφη κατοικία του στο Μαρούσι, η μόνη που ξεχωρίζει ανάμεσα στις σύγχρονες πολυκατοικίες, έχει παλιώσει όμορφα δίπλα σ’ έναν περιποιημένο κήπο. Μας υποδέχεται ο ίδιος και η φωνή στο καλωσόρισμα μας γυρίζει δυόμισι δεκαετίες πίσω: ΕΡΤ1 -τότε λεγόταν ακόμη ΕΡΤ-, απόγευμα λίγο πριν απ’ το παιχνίδι, οι παππούδες πίνουν ήδη καφέ στο μπαλκόνι. Σε λίγο η μικρή οθόνη γίνεται μπερντές, η φωνή – καραμούζα δίνει το σύνθημα «ακούσατε, ακούσατε…» και ο μέγας καταφερζής κατατροπώνει τη σκοτεινή πλευρά της οθωμανικής δύναμης. Τα αγόρια της γειτονιάς κατεβαίνουμε στην αλάνα έχοντας μόλις ταυτιστεί με τη θετική ενέργεια ενός άσχημου τυπάκου που δε σήκωνε μύγα στο σπαθί του και τα έβαζε με θεούς και δαίμονες. Στον αντίποδά του σερνόταν ο δουλοπρεπής Χατζηαβάτης – και ουαί κι αλίμονο σε όποιον απ’ την παρέα τολμούσε να τον υπερασπιστεί, επειδή πήγαινε με τους δυνατούς. Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε, η συγκίνηση της καθημερινής τηλοψίας έχει ξεβάψει, το ίδιο και η ταύτιση με τους χάρτινους ήρωες. Χάρη σε ένα παράδοξο γύρισμα της τύχης, μάλιστα, το «είσαι πολύ μεγάλος καραγκιόζης» κατοχυρώθηκε σαν υποτιμητικός χαρακτηρισμός. Στη συνάντησή μας με τον Ευγένιο Σπαθάρη δεν το θυμηθήκαμε, αλλά εάν το έφερνε η κουβέντα θα του λέγαμε ότι η μοναδική βρισιά που θα έπρεπε να κατοχυρώσει είναι άλλη: «Είσαι και πολύ Χατζηαβάτης».

•Τούρκοι ήρωες στο πανί:

«Από τον πατέρα μου δεν έμαθα τίποτε, επειδή δεν με άφηνε να μπω στη σκηνή. Πήγαινα για αρχιτέκτονας και ήθελε να με αποκλείσει από το θέατρο σκιών. Είχε τόσο ταλαιπωρηθεί από τη δουλειά αυτή που δεν ήθελε με τίποτε να τη συνεχίσω εγώ. Λογάριαζε, όμως, χωρίς το θεατρώνη, που λένε. Μια μέρα το 1942 έπαιζε στο Μαρούσι και ο θεατρώνης με φώναξε σώνει και καλά να παίξω, για να τραβήξει κι άλλο κόσμο. “Τι να παίξει το παιδί; Δεν ξέρει πού του παν τα τέσσερα”, είπε ο πατέρας μου, χωρίς να καταφέρει να του αλλάξει τη γνώμη. Πραγματικά δεν ήξερα τίποτε. Έπεσα στα βαθιά με τη μία και άρχισα τσάτρα πάτρα ακούγοντας ό,τι μου έλεγε ο βοηθός μου. Στην αρχή έπαιζα κωμωδίες, που ήταν ελαφριά έργα – τα ηρωικά ήρθαν αργότερα. Αλλά διάβαζα πολλά ιστορικά βιβλία. Ήξερα πού χτυπήθηκε ο κάθε ήρωας, πόσοι σκοτώθηκαν από τους Έλληνες και πόσοι από τους Τούρκους. Δεν γέμισα απλώς το πανί με εχθρούς. Οι άλλοι δηλαδή τι ήταν; Δεν πολέμησαν κι αυτοί στις μάχες; Γι’ αυτό, νομίζω, ότι ο κόσμος με αγάπησε. Και ο ίδιος μου ο πατέρας κατέβηκε μια μέρα από την Κηφισιά πολύ άρρωστος για να μου πει τελικά: “Έφτασες εκεί που ήθελα. Τώρα θα συνεχίσεις μόνος σου”».

•Ανάκριση στην Κομαντατούρ:

«Στην Κατοχή ο κόσμος διψούσε για τα ηρωικά έργα, επειδή τους θύμιζε το αντάρτικο. Εκεί ήταν που με πιάσαν οι Γερμανοί και με κουβάλησαν στην Κομαντατούρ. Από δόσιμο κανονικό, από ρουφιανιά. Για καλή μου τύχη, όμως, ένας από τους μεταφραστές της ανάκρισης είχε μείνει σπίτι μου μια νύχτα και με βοήθησε. Ήρθε μαζί με τους αξιωματικούς της Κομαντατούρ, οι οποίοι ζήτησαν να δουν το έργο. Όταν τελείωσε η παράσταση, αποφάσισαν ότι το θέατρο σκιών πρέπει να το δει όλη η Γερμανία. Κι έτσι ξεκίνησαν οι περιοδείες μου στην ευρώπη. Αλλά η πρώτη παράσταση εκτός Αθήνας δόθηκε στην Αίγινα. Εκεί με πήγαν -με δεμένα μάτια- το πρωί για να μη βλέπω τα υποβρύχιά τους κι επέστρεψα το βράδυ».

Ο σιόρ Διονύσης persona non grata:

«Σε μία από τις παραστάσεις στη Ζάκυνθο μου είπαν “Διονύσιο δεν θα βγάλεις στη σκηνή, αλλιώς θα φας ξύλο”. Φοβόντουσαν τη σάτιρα των υπόλοιπων καραγκιοζοπαιχτών. Ενώ εγώ τον ήθελα όπως ήταν: κανταδόρος, με αριστοκρατικά φερσίματα, ευγενικός. Τον έπαιξα τελικά και καταχειροκροτήθηκα».

•Ρωσικός μαξιμαλισμός:

«Όταν πήγα στο Κρεμλίνο τη δεύτερη φορά -επί “δεξιού” καθεστώτος, μου εμφάνισαν ένα πανί 22 μέτρων. “Δε θα ‘στε καλά” τους είπα. “Γιατί να το χρειαστώ εγώ αυτό το πράγμα;”. Αυτοί ήθελαν μεγάλο θέαμα, έτσι ήταν μαθημένοι. Αλλά εγώ ήθελα τη φιγούρα μου να κολλάει στο πανί και να την έχεις ο άλλος απέναντί του να τη βλέπει να περπατάει. Μέχρι το τέλος επέμενα στο πανί των 2,5 μέτρων. Και μ’ αυτό έπαιξα μπροστά σε 5.200 Ρώσους. Ζήτημα ήταν εάν είχα και καμιά δεκαριά Έλληνες.

•Ο Μπιθικώτσης τραγουδάει Καραγκιόζη:

«Το 1962 ηχογράφησα όλες τις κλασικές παραστάσεις στην Κολούμπια. Και μ’ αυτόν τον τρόπο έφτιαξα το σπίτι μου. Εφτά χρόνια μου πήρε για να το κατασκευάσω με τα δικαιώματα απ’ τα δικαιώματα. Θυμάμαι που μου έλεγε ο Λαμπρόπουλος “το ξέρεις ότι έχεις καβαλήσει τον Καζαντζίδη σε πωλήσεις;”. Εάν έδιναν από τότε χρυσούς δίσκους, θα έπρεπε να έχω ήδη δέκα τέτοιους. Εκεί, λοιπόν, συνάντησα αυτούς τους μεγάλους τραγουδιστές, οι οποίοι λάτρευαν βέβαια τον Καραγκιόζη. Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης μάλιστα, 17άρης το πολύ, τραγούδησε για μένα πίσω απ’ τον μπερντέ. Ήταν σ’ ένα θέατρο μεταξύ Περιστερίου και Αιγάλεω και ήρθε μαζί μ’ έναν κιθαρίστα. Είπαν όλα τα τραγούδια εκείνων των παραστάσεων».

•Μέσα στην κοιλιά του φιδιού:

«Με το Ελληνικό Χορόδραμα της Ραλλούς Μάνου σκηνοθέτησα και σκηνογράφησα το “Μεγαλέξανδρο και το καταραμένο φίδι” το 1950. Στην αρχή μου έδωσαν τα βιβλιαράκια που πουλούσαν στα περίπτερα, για να βγει από εκεί το σενάριο. Η Ραλλού δεν ήξερε τι εστί Κραγκιόζης και νόμιζε ότι μπορεί να ανεβάσει χορόδραμα με αυτό το υλικό. “Κανένα απ’ αυτά δεν κάνει” της είπα. Ήθελε δουλειά από την αρχή. Κι έτσι έβγαλα το Μεγαλέξαντρο στο χορό… Η μουσική που έμεινε στην ιστορία ήταν βέβαια του Μάνου Χατζιδάκι, με τον οποίο είχαμε συνεργαστεί ήδη μία φορά σε συναυλία του Κολεγίου. Βοήθησα λοιπόν σε όλα τη Ραλλού, αλλά υπήρχε ακόμη μία λεπτομέρεια: ποιος θα μπει στο φίδι για να το κουμαντάρει. Σκεφτείτε μόνο ότι η ουρά του έφτανε τα πέντε μέτρα. Μπήκα λοιπόν εγώ και όταν ο κόσμος χειροκροτούσε εγώ τους άκουγα μέσα από το κοστούμι. Ποτέ δεν με είδαν. Εγώ σήκωνα το κεφάλι για να χαιρετήσω, αλλά απλώς άκουγα το χειροκρότημα».

•Αυτό που θυμάμαι απ’ τον Τσαρούχη:

«Ο Τσαρούχης έκανε θυσίες για τον Καραγκιόζη. Τον αγαπούσε πολύ, όπως και όλα τα αυθεντικά λαϊκά. Είχε μέσα του αυτή τη φλόγα που τον τραβούσε προς το λαϊκό πολιτισμό. Γι’ αυτό και αγαπούσε τη Σωτηρία Μπέλλου. Κι εγώ βέβαια. Εγώ έτυχε να συμπέσω μαζί της πολλες φορές σε συναυλίες. Δέκα φορές έχουμε πάει στην Κύπρο- εγώ με τον Καραγκιόζη κι εκείνη με τις συνυαλίες της».

•Ίσος μεταξύ ίσων:

Στο “Μεγάλο μας τσίρκο” (1972) του Καμπανέλλη έφτιαξα όλη τη σκηνή και το διάκοσμο. Ήταν τότε μια εποχή που όλοι με αντιμετώπιζαν ως ίσο μεταξύ ίσων και αναγνώριζαν την τέχνη του θεάτρου σκιών. Για να φανταστείς στην αρχή έψαξαν τους πάντες και τα πάντα -μέχρι τον Τσαρούχη έφτασαν. Κατέληξαν σ ‘εμένα. Εγώ είπα απλώς ένα “εντάξει” χωρίς να ξέρω τη συνέχεια, για να πούμε την αλήθεια. Το “εντάξει” το είχα πολύ εύκολο. Προτού μπεις στο χορό, πολλά τραγούδια ξέρεις, που λένε. Φυσικά όλα πήγαν καλά και το έργο είχε αυτή τη μεγάλη επιτυχία».

•Το τηλεφώνημα του Νιόνιου:

«ο Σαββόπουλος με πήρε τηλέφωνο και μου είπε ότι με θέλει στο “Κύτταρο” (σ.σ: το 1973). Ήταν μια περίοδος που έτρεχα και δεν έφτανα τότε, είχα πολλές δουλειές. Αλλά βέβαια συνατηθήκαμε για να μου εξηγήσει τι θέλει. Κατάλαβα βέβαια ότι είχε κάτι πολύ συγκεκριμένο στο μυαλό του: αυτός θα έπαιζε με τα “Μπουρμπούλια” κι εγώ θα σιγοντάριζα με το θέατρο σκιών. Είχε πολύ μεγάλη επιτυχία η παράσταση και η χούντα μας κυνήγησε. Πάντοτε ενοχλούσε η επαναστατημένη φωνή του Καραγκιόζη. Δεν ήταν λίγο να έχεις απέναντί σου τη φιγούρα που σε εκφράζει 100% και να σου φωνάζει “ξύπνα λαέ”… Αλλά, πρόσεξε: είανι ένας ήρωας που επαναστατεί με το δικό του τρόπο. Δεν σπάζει βιτρίνες, για να θυμηθούμε και τα δικά μας. Ποτέ δεν θα έφτανε σ΄ αυτό το σημείο ο δικός μου Καραγκιόζης».

•Η ελληνοποίηση του 1900:

«Ακούω τους Τούρκους που θέλουν τον Καραγκιόζη μόνο δικό τους και δεν το καταλαβαίνω. Απλώς, η εντύπωση δημιουργήθηκε γιατί, μετά την εμφάνιση του Καραγκιόζη, η τουρκική κυριαρχία απλώθηκε σ’όλες τις χώρες της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και επόμενο ήταν το θέατρο σκιών να πάρει μορφή και έκφραση σύμφωνα με τις νέες κοινωνικές συνθήκες, δηλαδή, οθωμανική. Ο Καραγκιόζης παιζόταν στην ελληνική γλώσσα ακόμη και το 1821, αλλά ήταν ένα θέαμα ακατάλληλο για γυναίκες και παιδιά. Επρόκειτο άλλωστε για θέατρο που περιόδευε από περιοχή σε περιοχή ξεκινώντας κυρίως από την Κωνσταντινούπολη. Ο πρώτος που έφερε την τέχνη στην ελλάδα ήταν ο Γιάννης ο Μπράχαλης, μεταξύ 1850 και 1860. αλλά είναι στις αρχές του 1900 που μπορούμε να μιλάμε για ελληνικό Καραγκιόζη, δηλαδή χωρίς τουρκικά στοιχεία στη θεματολογία. Αν και ο εξελληνισμός του ξεκίνησε στην Ήπειρο, κορυφαίος δημιουργός αναδείχτηκε ο Πατρινός ψάλτης Δημήτριος Σαρδούνης, γνωστός ως “Μίμαρος”».

•Ο μεγάλος ειρωνικός

«Αν με ρωτήσετε τι προσέθεσα εγώ στην τέχνη του θεάτρου σκιών θα έλεγα το καλαμπούρι. Και η φωνή μου, που τη διατήρησα αυθεντική μέχρι το τέλος. Ποτέ δεν τη “δούλεψα” για να θυμίζει Καραγκιόζη. Νομίζω ότι αυτό έχει περάσει στον κόσμο».

•Πού ‘σαι Θανάση;

«Εξαιρώντας τους ηθοποιούς που έχουν υποδυθεί τον Καραγκιόζη -ο Παπαγιαννόπουλος παλιότερα, ο Τάσος Βαμβακίδης σήμερα-, αλλά και όσους είχαν κάποια στοιχεία του ήρωα -ο Χατζηχρήστος, ας πούμε- νομίζω ότι αυτός που υπήρξε Καραγκιόζης στη ζωή του είναι ο Θανάσης Βέγγος. Μόνον αυτός εξέφρασε αυτό που κατά τ’ άλλα εκφράζει ο λαϊκός πρωταγωνιστής του θεάτρου σκιών».

•Συνέντευξη στον Δημήτρη Δουλγερίδη. 
ΤΑ ΝΕΑ: Κυριακή 10 Μαΐου 2009.

http://praticabile.wordpress.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.